Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

"Παραμυθάκι της συνείδησης"..

Ξυπνούσε. Φορούσε τα γυαλιά του κι έστρωνε πρόχειρα το κρεβάτι του. Έριχνε λίγο νερό στο πρόσωπό του, δυο - τρεις σταγόνες πλημμύριζαν τα αυλάκια που ο χρόνος είχε σχηματίσει στα άλλοτε ολοκόκκινα μάγουλά του, κι άφηνε τα γκρίζα του μαλλιά κάτω. Πήγαινε στην κουζίνα κι έβαζε σε ένα γυάλινο ποτήρι, γάλα φρέσκο, κρύο. Είχε πάψει από καιρό να παίρνει τα χάπια που του είχαν επιβάλει, δεν είχε νόημα..
Δεν άνοιγε ποτέ ένα παράθυρο. Λάτρευε το σκοτάδι, φοβόταν το φως· δεν είχε σημασία..
Στο σαλόνι, πάνω στο χαλάκι, τον περίμενε η εφημερίδα του. Η τηλεόραση, έλεγε, αυτή σε αποβλακώνει. Η εικόνα υπερισχύει της πληροφορίας, εσύ πέφτεις στην παγίδα της κι αυτή σαν άλλη αράχνη που έχει υφάνει καλά τον ιστό της, σχεδόν τέλεια, σε τυλίγει στο νήμα της δίχως να αντιληφθείς το παραμικρό. Το ράδιο πια έχει περισσότερες διαφημίσεις παρά εκπομπές αλλά κι όταν κάνει διάλειμμα απ'αυτές, φροντίζει να πλημμυρίζει τα αυτιά των ακροατών άλλοτε με παρα-μουσικές κι άλλοτε με "ειδήσεις" "ροζ" ή "κίτρινου" (δεν έχει σημασία..) περιεχομένου.. Έτσι, διαβάζει εφημερίδα, ακόμα κι αν γνωρίζει πως κι αυτές με τη σειρά τους προπαγανδίζουν ή "καλύπτουν" τις εταιρείες και αυτούς που τις χρηματοδοτούν και τις χειρίζονται. Αυτός όμως ξέρει να βρίσκει την αλήθεια πίσω απ'τις λέξεις των φυλλάδων που διαβάζει, ξέρει πως να αναζητά την ουσία των γεγονότων κι αυτή πίσω απ'αυτά, όμως.. δεν έχει νόημα..
Διάβαζε πολύ. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, μου χε πει μια φορά - ένα βράδυ απ'αυτά που το κρύο τσακίζει κι η φωτιά στο τζάκι χορεύει στο δικό της μεθυστικό ρυθμό - θυμάται να φέρει άλλοτε ένα βιβλίο κι άλλοτε κάποιο περιοδικό κάτω απ'τη μασχάλη του. Στην αρχή, μου εμπιστεύτηκε το ίδιο εκείνο βράδυ, ήταν οι εικόνες που έβρισκε σε αυτά και του κέντριζαν το ενδιαφέρον, όπως εκείνος ο ελέφαντας στη κοιλιά ενός βόα που είχε δει στην πρώτη σελίδα του "μικρού πρίγκιπα" του Εξιπερί,και που ακόμα θυμόταν. Όσο μεγάλωνε άρχισε να διαβάζει μυθιστορήματα και μετά κάποιους κλασσικούς κι ύστερα δοκίμασε την ποίηση αλλά αυτή τον κούραζε, δεν άντεχε την αλληγορία (...) Στη συνέχεια τον συνεπήρε η φιλοσοφία κι η ιστορία και οι φυσικές επιστήμες. Διάβαζε τα πάντα, οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια του. Διάβαζε ακόμα - βούρκωσε - κι όταν η μάνα του του φώναζε "βγες να παίξεις με τα παιδιά, τόσο διάβασμα δεν έχει νόημα.."
Μα αυτός δεν άκουγε τίποτα. Συνέχιζε να διαβάζει, δίχως σταματημό, δίχως κενά χρονικά απ'το ένα βιβλίο στο επόμενο, δίχως μια στιγμή να κάτσει να σκεφτεί τί είναι αυτό που διάβασε.. Μα γιατί να σκεφτεί; Το θέμα ήταν να διαβάζει, όχι για να σκέφτεται μα ακριβώς για να μη σκέφτεται· αυτό, αυτό δεν είχε ποτέ νόημα..
Ώσπου, μια μέρα, ξύπνησε. Φόρεσε τα γυαλιά του, έστρωσε πρόχειρα το κρεβάτι του. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του και με τα μαλλιά λυτά έβαλε ένα ποτήρι γάλα, φρέσκο, κρύο..
Μα όταν πήγε στο σαλόνι δε βρήκε την εφημερίδα του να τον περιμένει εκεί! Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Η ώρα ήταν ήδη περασμένη και ο ταχυδρόμος θα πρεπε να έχει περάσει από ώρα. Η λογική του - που πάντα του υπαγόρευε τι να κάνει - δε μπορούσε να τον οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα. Έπρεπε να ανακαλύψει τι είχε συμβεί. Δεν είχε άλλη επιλογή. Άνοιξε την πόρτα του..
Το δυνατό φως - κάτασπρο σαν το χιόνι, αυτό - πλημμύρισε και τη πιο σκοτεινή γωνιά του βυθισμένου στο σκοτάδι δωματίου. Αυτός μεμιάς άπλωσε τα χέρια του στην κατεύθυνση του λαμπερού αστεριού για να προστατέψει τα δυο του μάτια που χαν πια ξεσυνηθίσει στο χρώμα. Κοίταξε αριστερά, κοίταξε δεξιά, δεν είδε κανέναν.. Τέντωσε τ' αυτιά του, μα μήτε τότε άκουσε τίποτα. Σιωπή..
Γύρισε πάλι μέσα. Έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω του - το σαλόνι βυθίστηκε και πάλι στο σκοτάδι.. - και δίχως δεύτερη σκέψη επέστρεψε στο γραφείο του. Πάνω σ'αυτό βρήκε ένα βιβλίο που ποτέ ως τότε δεν είχε ξαναδεί. Τα έχασε.. Στην αρχή αναρωτήθηκε πως είχε βρεθεί εκεί και πως ήταν δυνατό αυτός να μη γνώριζε μέχρι τότε για την ύπαρξή του. Άρχισε να το ξεφυλλίζει και κατάλαβε πως το βιβλίο είχε περάσει κι από κάποιου άλλου τα χέρια. Στα πλαϊνά μάλιστα έβλεπε αραιά και που μολυβένια σχόλια. Το βιβλίο είχε και μια τσακισμένη σελίδα. Ήταν η σελίδα 164. Απ' αυτήν και μετά το βιβλίο φαινόταν εγκαταλειμμένο, σαν κάποιος να είχε αρχίσει να το διαβάζει και να το άφησε στη μέση. Γύρισε πάλι πίσω στη τσακισμένη σελίδα. Δεν είδε κανένα μολυβένιο σχόλιο, μόνο μια αγκύλη να ανοίγει και να κλείνει λίγο μετά κλείνοντας στο εσωτερικό της κάτι παραπάνω από πέντε σειρές..

"Όσο περισσότερο διάβαζα, τόσο πιο ξεκάθαρα έβλεπα ότι μπροστά μου ανοιγόταν ένας καινούριος κόσμος, άγνωστος σ'εμένα και παντελώς άγνωστος στους μορφωμένους πατέρες των κοινωνιολογικών θεωριών - ένας κόσμος που θα μπορούσα να γνωρίσω μόνο ζώντας.." *

Λίγο πιο δίπλα, τότε μόνο παρατήρησε μια ημερομηνία να αχνοφαίνεται.. 16/9/2010
Είχαν περάσει 40 χρόνια απ' όταν εκείνος ο αναγνώστης είχε σημειώσει αυτές τις γραμμές.. Ω, μα αυτό δεν το βιβλίο που ο ίδιος είχε πάρει κρυφά απ'το παλαιοπωλείο της πρώτης του γειτονιάς; Πόσες ώρες και ώρες είχε περάσει εκεί μέσα.. Και κάθε φορά κατέληγε σε εκείνο το βιβλίο, με το γεράκο με την πυκνή, λευκή γενειάδα στο εξώφυλλο.. Δε θα ήταν είκοσι χρόνων τότε..
Κι όμως, παρόλο που το διάβασε, πως μόνο ζώντας θα μάθαινε τον κόσμο, αποφάσισε να μη μάθει, να μη ζήσει..
Κι έφτιαξε έτσι η συνείδηση του, το δικό της παραμυθάκι, το οποίο θα χε κι αυτό ένα τέλος χαρούμενο, όπως κάθε καλό παραμύθι, αν εκείνη τη μέρα είχε έρθει η εφημερίδα του, αν δεν είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του, αν οι πέντε αυτές γραμμές δεν είχαν ξυπνήσει το κοιμισμένο του πάθος να μάθει, να ζήσει..
Μα τώρα ήταν πια αργά. Έπεσε τότε στο κρεβάτι του και δε σηκώθηκε ποτέ ξανά.. Δεν θα είχε νόημα..


*Το απόσπασμα είναι από τις "Αναμνήσεις ενός επαναστάτη" του Πετρ Κροπότκιν, εκδόσεις Νησίδες
**Ο τίτλος φυσικά και παρμένος απ΄το κομμάτι των Χάσμα!