Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

"Παραμυθάκι της συνείδησης"..

Ξυπνούσε. Φορούσε τα γυαλιά του κι έστρωνε πρόχειρα το κρεβάτι του. Έριχνε λίγο νερό στο πρόσωπό του, δυο - τρεις σταγόνες πλημμύριζαν τα αυλάκια που ο χρόνος είχε σχηματίσει στα άλλοτε ολοκόκκινα μάγουλά του, κι άφηνε τα γκρίζα του μαλλιά κάτω. Πήγαινε στην κουζίνα κι έβαζε σε ένα γυάλινο ποτήρι, γάλα φρέσκο, κρύο. Είχε πάψει από καιρό να παίρνει τα χάπια που του είχαν επιβάλει, δεν είχε νόημα..
Δεν άνοιγε ποτέ ένα παράθυρο. Λάτρευε το σκοτάδι, φοβόταν το φως· δεν είχε σημασία..
Στο σαλόνι, πάνω στο χαλάκι, τον περίμενε η εφημερίδα του. Η τηλεόραση, έλεγε, αυτή σε αποβλακώνει. Η εικόνα υπερισχύει της πληροφορίας, εσύ πέφτεις στην παγίδα της κι αυτή σαν άλλη αράχνη που έχει υφάνει καλά τον ιστό της, σχεδόν τέλεια, σε τυλίγει στο νήμα της δίχως να αντιληφθείς το παραμικρό. Το ράδιο πια έχει περισσότερες διαφημίσεις παρά εκπομπές αλλά κι όταν κάνει διάλειμμα απ'αυτές, φροντίζει να πλημμυρίζει τα αυτιά των ακροατών άλλοτε με παρα-μουσικές κι άλλοτε με "ειδήσεις" "ροζ" ή "κίτρινου" (δεν έχει σημασία..) περιεχομένου.. Έτσι, διαβάζει εφημερίδα, ακόμα κι αν γνωρίζει πως κι αυτές με τη σειρά τους προπαγανδίζουν ή "καλύπτουν" τις εταιρείες και αυτούς που τις χρηματοδοτούν και τις χειρίζονται. Αυτός όμως ξέρει να βρίσκει την αλήθεια πίσω απ'τις λέξεις των φυλλάδων που διαβάζει, ξέρει πως να αναζητά την ουσία των γεγονότων κι αυτή πίσω απ'αυτά, όμως.. δεν έχει νόημα..
Διάβαζε πολύ. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, μου χε πει μια φορά - ένα βράδυ απ'αυτά που το κρύο τσακίζει κι η φωτιά στο τζάκι χορεύει στο δικό της μεθυστικό ρυθμό - θυμάται να φέρει άλλοτε ένα βιβλίο κι άλλοτε κάποιο περιοδικό κάτω απ'τη μασχάλη του. Στην αρχή, μου εμπιστεύτηκε το ίδιο εκείνο βράδυ, ήταν οι εικόνες που έβρισκε σε αυτά και του κέντριζαν το ενδιαφέρον, όπως εκείνος ο ελέφαντας στη κοιλιά ενός βόα που είχε δει στην πρώτη σελίδα του "μικρού πρίγκιπα" του Εξιπερί,και που ακόμα θυμόταν. Όσο μεγάλωνε άρχισε να διαβάζει μυθιστορήματα και μετά κάποιους κλασσικούς κι ύστερα δοκίμασε την ποίηση αλλά αυτή τον κούραζε, δεν άντεχε την αλληγορία (...) Στη συνέχεια τον συνεπήρε η φιλοσοφία κι η ιστορία και οι φυσικές επιστήμες. Διάβαζε τα πάντα, οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια του. Διάβαζε ακόμα - βούρκωσε - κι όταν η μάνα του του φώναζε "βγες να παίξεις με τα παιδιά, τόσο διάβασμα δεν έχει νόημα.."
Μα αυτός δεν άκουγε τίποτα. Συνέχιζε να διαβάζει, δίχως σταματημό, δίχως κενά χρονικά απ'το ένα βιβλίο στο επόμενο, δίχως μια στιγμή να κάτσει να σκεφτεί τί είναι αυτό που διάβασε.. Μα γιατί να σκεφτεί; Το θέμα ήταν να διαβάζει, όχι για να σκέφτεται μα ακριβώς για να μη σκέφτεται· αυτό, αυτό δεν είχε ποτέ νόημα..
Ώσπου, μια μέρα, ξύπνησε. Φόρεσε τα γυαλιά του, έστρωσε πρόχειρα το κρεβάτι του. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του και με τα μαλλιά λυτά έβαλε ένα ποτήρι γάλα, φρέσκο, κρύο..
Μα όταν πήγε στο σαλόνι δε βρήκε την εφημερίδα του να τον περιμένει εκεί! Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Η ώρα ήταν ήδη περασμένη και ο ταχυδρόμος θα πρεπε να έχει περάσει από ώρα. Η λογική του - που πάντα του υπαγόρευε τι να κάνει - δε μπορούσε να τον οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα. Έπρεπε να ανακαλύψει τι είχε συμβεί. Δεν είχε άλλη επιλογή. Άνοιξε την πόρτα του..
Το δυνατό φως - κάτασπρο σαν το χιόνι, αυτό - πλημμύρισε και τη πιο σκοτεινή γωνιά του βυθισμένου στο σκοτάδι δωματίου. Αυτός μεμιάς άπλωσε τα χέρια του στην κατεύθυνση του λαμπερού αστεριού για να προστατέψει τα δυο του μάτια που χαν πια ξεσυνηθίσει στο χρώμα. Κοίταξε αριστερά, κοίταξε δεξιά, δεν είδε κανέναν.. Τέντωσε τ' αυτιά του, μα μήτε τότε άκουσε τίποτα. Σιωπή..
Γύρισε πάλι μέσα. Έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω του - το σαλόνι βυθίστηκε και πάλι στο σκοτάδι.. - και δίχως δεύτερη σκέψη επέστρεψε στο γραφείο του. Πάνω σ'αυτό βρήκε ένα βιβλίο που ποτέ ως τότε δεν είχε ξαναδεί. Τα έχασε.. Στην αρχή αναρωτήθηκε πως είχε βρεθεί εκεί και πως ήταν δυνατό αυτός να μη γνώριζε μέχρι τότε για την ύπαρξή του. Άρχισε να το ξεφυλλίζει και κατάλαβε πως το βιβλίο είχε περάσει κι από κάποιου άλλου τα χέρια. Στα πλαϊνά μάλιστα έβλεπε αραιά και που μολυβένια σχόλια. Το βιβλίο είχε και μια τσακισμένη σελίδα. Ήταν η σελίδα 164. Απ' αυτήν και μετά το βιβλίο φαινόταν εγκαταλειμμένο, σαν κάποιος να είχε αρχίσει να το διαβάζει και να το άφησε στη μέση. Γύρισε πάλι πίσω στη τσακισμένη σελίδα. Δεν είδε κανένα μολυβένιο σχόλιο, μόνο μια αγκύλη να ανοίγει και να κλείνει λίγο μετά κλείνοντας στο εσωτερικό της κάτι παραπάνω από πέντε σειρές..

"Όσο περισσότερο διάβαζα, τόσο πιο ξεκάθαρα έβλεπα ότι μπροστά μου ανοιγόταν ένας καινούριος κόσμος, άγνωστος σ'εμένα και παντελώς άγνωστος στους μορφωμένους πατέρες των κοινωνιολογικών θεωριών - ένας κόσμος που θα μπορούσα να γνωρίσω μόνο ζώντας.." *

Λίγο πιο δίπλα, τότε μόνο παρατήρησε μια ημερομηνία να αχνοφαίνεται.. 16/9/2010
Είχαν περάσει 40 χρόνια απ' όταν εκείνος ο αναγνώστης είχε σημειώσει αυτές τις γραμμές.. Ω, μα αυτό δεν το βιβλίο που ο ίδιος είχε πάρει κρυφά απ'το παλαιοπωλείο της πρώτης του γειτονιάς; Πόσες ώρες και ώρες είχε περάσει εκεί μέσα.. Και κάθε φορά κατέληγε σε εκείνο το βιβλίο, με το γεράκο με την πυκνή, λευκή γενειάδα στο εξώφυλλο.. Δε θα ήταν είκοσι χρόνων τότε..
Κι όμως, παρόλο που το διάβασε, πως μόνο ζώντας θα μάθαινε τον κόσμο, αποφάσισε να μη μάθει, να μη ζήσει..
Κι έφτιαξε έτσι η συνείδηση του, το δικό της παραμυθάκι, το οποίο θα χε κι αυτό ένα τέλος χαρούμενο, όπως κάθε καλό παραμύθι, αν εκείνη τη μέρα είχε έρθει η εφημερίδα του, αν δεν είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του, αν οι πέντε αυτές γραμμές δεν είχαν ξυπνήσει το κοιμισμένο του πάθος να μάθει, να ζήσει..
Μα τώρα ήταν πια αργά. Έπεσε τότε στο κρεβάτι του και δε σηκώθηκε ποτέ ξανά.. Δεν θα είχε νόημα..


*Το απόσπασμα είναι από τις "Αναμνήσεις ενός επαναστάτη" του Πετρ Κροπότκιν, εκδόσεις Νησίδες
**Ο τίτλος φυσικά και παρμένος απ΄το κομμάτι των Χάσμα!

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Το γράμμα

17/7/2071

Γεια σου ξένε,

Δε σε ξέρω καν όμως δε μπορώ να μη σου γράψω. Βρίσκομαι σε ένα υπόγειο, πρώτον γιατί αυτό αποτελεί τη μόνιμη κατοικία μου εδώ και αρκετό καιρό αλλά και γιατί φοβάμαι μήπως το πολύτιμο αυτό κομμάτι χαρτί, μετατραπεί σε στάχτες.. Θερμοκρασία αέρα: 47C, θερμοκρασία εδάφους: 69C, υπό σκιά, δεν γνωρίζω.. Έχω κοντά δυο μήνες να δω έστω μια φυλλωσιά.. Φαντάζομαι πια καταλαβαίνεις γιατί τόσο "πολύτιμο" αυτό το απόκομμα.. Το φυλούσα στη τσέπη του σακακιού μου απ΄τη μέρα κείνη που έχασα τη μικρή μου Δάφνη. Της άρεσε να ζωγραφίζει ότι κινούταν γύρω της και πάντα φρόντιζε να έχει ένα μικρό κομμάτι χαρτί στο φουστάνι της. Αυτό ήταν το τελευταίο.. 17 Ιούλη ήταν και τότε. Πέρασαν κιόλα δυο χρόνια..
Όταν μείναμε οι δυο μας κι η μαμά μας "άφησε", φύγαμε απ'την πόλη, πήραμε μόνο τ' απαραίτητα. Δυο, τρία ρούχα ο καθένας μας, ξηρά τροφή και κάμποσες κονσέρβες, όλα τα αποθέματα νερού που μας είχαν απομείνει και μια φωτογραφία της Μίας να θηλάζει τη νεογέννητη Δάφνη μας και μένα να χάσκω σα χάνος και να μην πιστεύουν τα μάτια μου την ομορφιά της ζωής που αντίκριζαν.. Α και φυσικά τον Γκάρι, το πρώτο λούτρινο αρκουδάκι της Δάφνης μου, ο γαιδαράκος της που δεν αποχωριζόταν ποτέ! Μαζί του διάβαζε, μαζί του έπαιζε, μαζί του πλάγιαζε κι ακούμπαγε τη δική του μουσούδα στο δικό της ρόδινο μάγουλο.. Η Δάφνη γεννήθηκε με αδύναμη καρδιά.. Κανένα παιδί πια δε γεννιέται απόλυτα υγιές, αν καταφέρει να επιβιώσει μέχρι τέλους ή δεν έρθει στο κόσμο παραμορφωμένο.. Γυρίζαμε οι δυο μας για κοντά δέκα μήνες. Μια αέναη αναζήτηση για νερό.. Το βλέπαμε κι οι δύο σαν μια περιπέτεια! Η Μία δεν ήταν εκεί αλλά κανείς απ'τους δυο μας δεν τόλμαγε να το αναφέρει.. Μια άτυπη συμφωνία σιωπής μας έκανε να συνεχίζουμε χωρίς καμιά αναφορά σ'αυτήν. Κάτι βράδια άκουγα τη Δάφνη να κλαίει γοερά στο κρεβάτι της, σηκωνόμουν με θόρυβο, σταματούσε, προσποιούταν πως κοιμόταν, της έδινα ένα φιλί στο μέτωπο και σαν να τις έπαιρνα τις σκέψεις, παραδιδόταν στην αγκαλιά και τα χάδια του Μορφέα.. Και η σκέψη της Μίας ζούσε μόνο μέσα μας..
Ο φίλος μας ο σπουργίτης ήταν πολύ καλός μαζί μας και συνήθως μας έδειχνε το σωστό δρόμο για κάποιες λίγες χούφτες νερό. Στην αρχή μάλιστα ήταν τόσο καλός που η μικρή μου κατάφερε να κάνει και μπάνιο, στις όχθες ενός ποταμού που ακόμα μήτε είχε μολυνθεί μήτε αποξεραθεί! Θυμάμαι ήταν μια βραδιά δίχως φεγγάρι, δίχως ένα σύννεφο στον ορίζοντα και τ' άστρα τ' ουρανού να τον κάνουν τόσο λαμπρό λες κι ήθελαν να μας θυμίσουν πως αυτά είναι εκεί, ψηλά, μακριά απ'αυτή τη φλεγόμενη κόλαση! Ένιωθα ικανοποιημένος αλλά παράλληλα κι ηθικός αυτουργός του θανάτου της Μίας μου.. "Αν είχαμε φύγει κι οι τρεις μαζί, νωρίτερα, ίσως και να ζούσε ακόμα.." έλεγα. Όμως ο άνθρωπος ανέκαθεν ήταν αφελής.. Το ίδιο ίσχυε και για μένα! Όσο περνούσαν οι μέρες το νερό γινόταν ολοένα και πιο δυσεύρετο. Ο σπουργίτης δεν εμφανιζόταν πια, κι αν καμιά φορά βλέπαμε το μόνο φίλο μας, τον παρατηρούσαμε να κάνει άσκοπες βόλτες, πάνω απ'το ίδιο σημείο, ώσπου τελικά έπεφτε νεκρός, στα γυμνά κλαδιά κάποιου ξεραμένου δέντρου πρώτα, στο έδαφος μετά..
Η Δάφνη μου ανέβασε πυρετό.. Τρελάθηκα! Ήξερα πως έπρεπε να της αλλάζω τις κομπρέσες τη μία μετά την άλλη! Αλλά δεν είχαμε νερό πια ούτε για να βρέξουμε τα χείλη μας! Βρήκα λοιπόν αυτό το υπόγειο, την κατέβασα στα χέρια, την ακούμπησα στο μοναδικό κρεβάτι που διέθετε ο χώρος κι άρχισα να την φροντίζω εδώ, με ότι μέσα μπορούσα να εξασφαλίσω, ανακαλύψω ή κλέψω.. Όμως η καρδιά της ήταν πολύ αδύναμη, δεν άντεχε άλλο.. Την άκουγα τα βράδια να παραληρεί απ'τον πυρετό.. "Μαμά μαμά δες! Καταρράχτες!" Κι έτσι την είδα να σβήνει μες στα χέρια μου.. Με τον γαιδαράκο της στην αγκαλιά της και το χαμόγελό της πάντα στη θέση του.. Δε ξέρω αν ήταν η καρδιά της ή ο πυρετός αυτός που την πήρε από μένα. Δε με ένοιαξε να μάθω! Δεν έκλαψα ποτέ για το παιδί μου.. Φώναξα, πόνεσα, υπέφερα, έσπασα ότι βρήκα μπροστά μου, τις νύχτες σαν άλλο τσακάλι ούρλιαζα "ΓΙΑΤΊ;" Ούτε ένα δάκρυ.. Το σώμα μου δε διέθετε πια αρκετά υγρά για τέτοιες πολυτέλειες.. Η αφυδάτωση ήταν τόσο έντονη που κάθε ίχνος σάλιου είχε εξαφανιστεί. Δεν ξέρεις ξένε τι είναι να σπαράζεις, να χωρίζεις στα δύο και να μη μπορείς να νιώσεις τη κάψα αυτή που φέρει το πρώτο δάκρυ μόλις κυλά στο πρόσωπό σου.. Δε μπορείς να λυτρωθείς! Η κάθαρση φαντάζει ουτοπία..
Κι από τότε έμεινα εδώ. Έξω βγαίνω μόνο όταν δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Το κορμί μου το γερασμένο δεν αντέχει πια τις ακτίνες Του! Έτσι κυκλοφορώ μόνο μετά τη δύση Του.. Έχω να δω άνθρωπο άλλον πάνω από 30 μήνες.. Σου γράφω ξένε γιατί αποφάσισα, πως θέλω να πεθάνω. Θα μπορούσα να ζήσω σίγουρα δυο χρόνια ακόμα. Ένα εργοστάσιο αφαλάτωσης εγκαταλείφθηκε και οι δεξαμενές του θα μου επέτρεπαν ένα βιοτικό επίπεδο από άποψη νερού όπως αυτό άλλοτε.. Όμως ξένε, εγώ θυμάμαι πως ήταν πριν ο κόσμος.. Θυμάμαι να παίζω μες στις φυλλωσιές και να κάνω βόλτες με το ποδήλατο στο ποτάμι. Θυμάμαι τη θάλασσα γαλάζια, τα δέντρα γεμάτα φωλιές και το μπλε τ' ουρανού να αμαυρώνεται απ'τα σμήνη των πουλιών! Όταν ένα-ένα αυτά χάνονταν είχα τη Μία. Κι όταν όλα χάθηκαν είχαμε τη Δάφνη μας.. Τώρα δεν έχω τίποτα! Ούτε καν τις πέντε μου αισθήσεις.. Τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι και δε μπορούνε πια να δουν το φως του ήλιου, κι όλα γύρω μου, κατακόκκινα, πυρωμένα.. Όλα άοσμα.. όπου όμως αυτό το "άοσμο" παλιά θα αντιλαμβανόμουν για θείο.. Η γεύση μου έχει χαθεί μιας και το στόμα μου είναι μονίμως ξερό.. Δε καταναλώνω απ'το νερό που βρήκα, άλλοι θα το χρειάζονται περισσότερο.. Τρώω μόνο για να ζήσω. Όσο γι' αυτήν την ακοή, οι άνθρωποι εξαφανίστηκαν, το ίδιο και τα πουλιά, φωνές και τιτιβίσματα, όλα αναμνήσεις από μιαν άλλη ζωή.. Όσο γι' αυτό το κελάρυσμα του νερού, ανέκδοτο!
Σε αυτό το υπόγειο όμως που έλαχε να καταλήξω, και να κλείσω, στο ίδιο κρεβάτι με αυτό που η Δάφνη μου έκλεισε τα δικά της, τα μάτια μου, κάποιος είχε παρατήσει ένα παλιό πικάπ, καθώς κι έναν μόνο δίσκο, με ένα μόνο κομμάτι, Ρέκβιεμ..
Ένα έργο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.. Όπως καθετί στη ζωή μου.. Η Δάφνη μου.. Ο άγγελός μου, έφυγε.. Και φταίω εγώ γι' αυτό! Γιατί όταν μπορούσα, δεν έκανα τίποτα! Γι' αυτό σου γράφω ξένε! Όχι για να πω σε κάποιον τα βάσανά μου, ούτε για να με θυμάται κάποιος! Αλλά για να θυμούνται όλοι τα λάθη μου! Αν αυτές οι λέξεις φτάσουν κάποτε σε σένα, σημαίνει πως κάποιοι τα κατάφεραν και πια παν να φτιάξουν κάτι καινούριο! Μην αφήσεις τα παιδιά σου σ'έναν κόσμο δίχως μέλλον ξένε! Μην τα εγκαταλείψεις!
Όπως το Ρέκβιεμ αυτό το γράμμα θα μείνει στη μέση. Το τέλος είσαι εσύ αυτός που θα το γράψει!
Σ' ευχαριστώ που με άκουσες ξένε! Το νερό, το πικάπ κι ο δίσκος, όλα μπορείς να τα πάρεις!
Τον Γκάρι μόνο άσε μου..
Και τη φωτογραφία..

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Ο Παράδεισος Είναι Εδώ Κάτω..

Γεια και πάλι! Ναι ναι, εγώ είμαι! Ο Vincent! Μπορεί αφότου σας συστήθηκα ν' άφησα αυτόν το βλάκα να μιλά για μένα και με τις λέξεις του να λέει τις δικές μου αλήθειες, όμως τώρα, σήμερα, απόψε ΔΕΝ ΓΊΝΕΤΑΙ ΑΛΛΙΏΣ! Μεγαλωμένοι βλάκες θα με ακούσετε! Φτάνει πια η αντιπροσώπευση όλων απ'τους "οποιουσδήποτε"!! Θα μιλήσω ΕΓΏ, ΓΙΑ ΜΈΝΑ! Κι εσείς όλοι κύριοι μεγάλοι θα με ακούσετε!

Γιατί εσείς κύριοι και κυρίες, που νομίζετε πως τα ξέρετε όλα, κι ακόμα χειρότερα, πως τα ελέγχετε όλα - μα τι αφελείς που είστε τέλος πάντων! - είναι καιρός πια να μάθετε πως ΔΕΝ ΠΆΕΙ ΆΛΛΟ! Δεν πάει άλλο σας λέω και ξέρετε γιατί; (Αν κανείς σας σκεφτεί "Δε μας νοιάζουν οι ανοησίες σου μικρέ" ή "Μη του δίνετε σημασία, ένα παιδί είναι!" για να σας προλάβω λοιπόν εσάς εξυπνάκηδες, έχω μόνο να σας πω, ΑΛΊΜΟΝΟ αν δε με ακούσετε!) Δεν πάει άλλο λοιπόν γιατί σήμερα Κυριακή 13/6, τελείωσα τα μαθήματά μου (μη χαίρεστε πως έχετε να κάνετε με κανέναν ανόητο, μαθηματικά έλυσα μπούφοι, εκεί δε μπορείτε να μου αραδιάσετε τα ψέματά σας, την ιστορία φροντίζω να τη βρίσκω μόνος μου! και την κριτική μου σκέψη την καλλιεργώ κατά πως πιστεύω εγώ καλύτερα, με τέχνες και γράμματα κι όχι με τις σάπιες θεωρίες σας!) και πήγα στο μπάσκετ! Η μαμά είπε δεν έχει λεφτά για να πάμε στη παραλία κι ο μπαμπάς λείπει ακόμα σε ταξίδι.. Πήρα κι εγώ τη μπάλα μου - την άφησα αυτήν να σβήνει απ'τη ζέστη - και πήγα να παίξω! Γιατί η δική σας οικονομική κρίση μεγάλοι φαφλατάδες μου, δεν έχει κι ούτε πρόκειται ποτέ να περιορίσει τη δική μας ανάγκη, πρόθεση, τάση για παιχνίδι, για έκφραση, για χαρά! Έτρεξα να φτάσω στο γήπεδο να προλάβω τους άλλους! Φτιάξαμε γρήγορα - γρήγορα δυο ομάδες και το ματς της ημέρας πήρε αμέσως φωτιά! Σουτ, μπασίματα, άμυνες, φάουλ, φωνές, ιδρώτας και το αίμα του του χαζού του Μένιου, που χτύπησε στην προσπάθειά του να προλάβει τη δική μας θεά, όλα ένα συνονθύλευμα που έκανε τις καρδιές μας να χτυπούν δυνατά κι τον καθένα μας να νιώθει το στέρνο του πως ανοίγει και από μέσα του αυτή η έτοιμη να σπάσει καρδιά προβάλλει ασυγκράτητη και η ψυχή του πετάει προς κάπου μακριά.. Πιθανότατα, προς το καλάθι!

Το παιχνίδι τελείωσε. Χάσαμε για δυο πόντους. Πήρα το δρόμο για το σπίτι, περπατώντας αργά αυτή τη φορά, αφήνοντας τις στάλες της βροχής, που είχε πιάσει για τα καλά πλέον, να μπλέκονται στα μαλλιά και το μέτωπό μου με αυτές του ιδρώτα μου ( για το γεγονός πως έχουμε Ιούνη μήνα και βρέχει θα σας το ψάλλω μιαν άλλη φορά..) Πέρασα απ΄το σχολείο, άφησα πίσω μου το "στοιχειωμένο σπίτι", χαιρέτησα τον μπάρμπα Νίκο κι έστριψα για το δασάκι.. Είχα αφεθεί στον ήχο της βροχής, την ένιωθα να πέφτει πάνω μου σαν μια μεγάλη επιβράβευση για την προσπάθειά μου, και πάλι τα είχα δώσει όλα κι αυτό μου αρκούσε, με δρόσιζε και την ευχαριστούσα.. Μπήκα στο δασάκι - πάντα στην επιστροφή παίρνω αυτόν το δρόμο, ίσως γιατί είναι ο μακρύτερος, ίσως γιατί έτσι αποφεύγω εσάς τους μεγάλους, ίσως για να χαθώ στο δασάκι - οι στάλες πια έπεφταν πιο αραιές, όχι γιατί η βροχή καταλάγιασε αλλά γιατί αυτές σταμάταγαν στις φυλλωσιές των δέντρων, κι ο ιδρώτας μου πια είχε αρχίσει να παγώνει στην πλάτη μου.. Ήμουν χαρούμενος, θα πήγαινα για ένα μπάνιο και μετά θα τελείωνα το βιβλίο που μου έφερε ο μπαμπάς απ'το τελευταίο του ταξίδι! Και τότε, μες στην άπλετη χαρά μου (ξέρετε κύριοι εμείς τα παιδιά δεν χρειάζεται να κερδίσουμε για να χαρούμε το παιχνίδι! Δεν έχουμε τον φίλο σας, αξιότιμο κο. Χρήμα να μας διχάζει!) είδα να μου χάσκουν αυτά, κάτι πρασινοκίτρινα "Χ", κακοσχηματισμένα πάνω στους κορμούς των περισσότερων δέντρων.. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι δουλειά είχαν αυτά εκεί! Αν είχαμε χωρίσει το δάσος οι συμμορίες μεταξύ μας θα το είχα μάθει! Άρχισα να ψάχνω μια κάποια λογική με την οποία είχαν μαρκαριστεί τα δέντρα! Τίποτα.. Προσπαθούσα να καταλάβω αλλά μάταια.. Μα ποιος ακαλαίσθητος είχε κάνει τέτοια ανοησία; Μήπως ήταν κανένας απ'αυτούς τους τουρίστες που γκαρίζουν κάθε βράδυ; Αχ τον άτιμο αν τον πιάναμε, θα τον ξυλοφορτώναμε τόσο που θα ξεχνούσε και τ' όνομά του ακόμα! Γύρισα σπίτι μες στα νεύρα! Δε θα πέρναγε έτσι αυτό λοιπόν! Κανείς δε μπορεί να πληγώνει τα ΔΙΚΑ ΜΑΣ δέντρα! Μπήκα σπίτι, χτύπησα την πόρτα πίσω μου, η μάνα φώναξε πως θα ξυπνήσω τη μικρή και πως να αλλάξω γρήγορα γιατί θα κρυώσω! Εγώ πήγα στο δωμάτιο του αδελφού μου, ναι ναι, του μεγάλου που σας λέει όσα εγώ, ακόμα, δεν μπορώ γιατί είμαι λέει "μικρός"! Τον ρώτησα κι ως συνήθως είχε μιαν απάντηση να μου δώσει κι όπως πάντα, αυτή δε μου άρεσε καθόλου.. "Τα σημαδεμένα δέντρα μικρέ θα τα κόψουν.. Είναι άρρωστα είπαν και αν δεν τα κόψουν άμεσα θα χρειαστεί να τα κόψουν όλα έπειτα.." Τα λόγια του με χτύπησαν όπως ο κεραυνός ένα άλλο δέντρο, ένα βράδυ του Φλεβάρη, όχι του φετινού, ενός πιο παλιού, με τις πολλές τις βροχές! Τι θα έκαναν λέει; Ποιος το αποφάσισε αυτό; Ποιος είπε πως τα δέντρα ΜΑΣ είναι άρρωστα, και πώς το ξέρει αυτός; Τίποτα δεν ξέρει! Εμείς είμαστε εκεί κάθε μέρα! Αν τα δέντρα είχαν κάτι θα μας το είχαν πει! Μήπως φταίει που φτιάχναμε δεντρόσπιτα στα κλαδιά τους; Μα όχι, απ'τα δέντρα που είχαν σημαδέψει, σε ελάχιστα είχαμε στήσει κάποια απ'τις "επιχειρήσεις" μας! Άλλωστε εμείς πάντα τα φροντίζαμε! Όχι όχι, δε φταίμε εμείς! Εμείς κρυφτό παίζαμε ανάμεσα στους κορμούς τους, τα γέλια μας άκουγαν κάθε φορά που ο Μένιος διπλωνόταν σε κάποια απ'τις ρίζες τους! Να ταν αυτός που τα αρρώστησε; Αποκλείεται! Ακόμα κι αυτός τα αγαπάει αυτά τα "παλιόξυλα" όπως τα λέει.. Αφαιρούσαμε ακόμα κι όσα ζιζάνια κατόρθωναν να χωθούν μες στις ρίζες τους, μιας κι όλο το δασάκι είναι πατημένο από μας και τα ποδήλατά μας! Ποιος λοιπόν ήταν αυτός ο κύριος που είπε πως θα τα κόψουν; Κι αφού τα νοιάζεται τόσο, που ήταν όταν η φωτιά πριν κάποια καλοκαίρια είχε φτάσει στα πρώτα δέντρα και τα μεγαλύτερα παιδιά (κι ο αδελφός μου μαζί! καλό παιδί αλλά μεγάλωσε και το στοιχείο "παιδί" το έχασε νομίζω λίγο.. Μου λέει πια καμιά φορά, τα βράδια που μιλάμε "μικρέ, πρέπει να προσέχουμε όχι μόνο "τι" λέμε, αλλά και "πως" το λέμε..") την πάταγαν με κλαδιά και με τα πόδια τους και έβρεχαν με ότι έβρισκαν φυλλώματα και κορμούς! Να σας πω εγώ; Μαζί μου! Κάμποσα χιλιόμετρα μακριά απ'τα δέντρα μας! Εγώ, και τότε, πάλι μικρός ήμουν! Λέει δε μπορούσα να μείνω με το μπαμπά και τον αδελφό μου κι έπρεπε να φύγω με τη μάνα, να την προσέχω λέει! Τώρα όμως μεγάλωσα κι εγώ! Είμαι πια 7! Ανέκαθεν τον αγαπούσα αυτόν τον αριθμό! Και πια μπορώ και ξέρω να γράφω και δεν μπορεί κανείς να με εμποδίσει! Γι' αυτό και σας το πα απ'την αρχή μεγάλοι! Η μάχη η δική μου και των "συντρόφων" μου επτάχρονων, είναι να σώσουμε τα δέντρα μας! Και μαζί μας είναι ήδη εξάχρονα, εννιάχρονα και οι μισοί απ'τα δεκάχρονα! Το γυμνάσιο οργανώνεται ήδη!
Γι' αυτό πιστέψτε με μεγάλοι, σας το είπα και πριν, μη με αγνοήσετε, μη με υποτιμήσετε, τώρα φωνάζω για τα δέντρα που μου παίρνετε! Αύριο θα φωνάζω για το σχολείο στο οποίο με φυλακίζετε! Μεθαύριο για τον καρδιακό πατέρα μου που αφήνετε να πεθάνει σε ένα σας ράτζο στα υποτιθέμενα νοσοκομεία σας.. Φωνάζω για τη ζωή που πάτε να μου κλέψετε και δε θα σταματήσω παραμόνο αν τα καταφέρετε! Το θέμα "μεγάλοι" ξέρετε είναι πως μαθαίνω να φωνάζω! Μαθαίνω να μην υποτάσσομαι στα δικά σας αλλά να μάχομαι για τα δικά μου.. "θέλω"! Κι αυτό που θέλω είναι τον πατέρα μου σπίτι, όχι στους δρόμους, τη μάνα μου να μπορεί να πάει στη θάλασσα κι εγώ να μπορώ να παίζω κρυφτό σ' αυτά τα δέντρα που εσείς επειδή έτσι σας "καύλωσε" θέλετε τώρα να κόψετε! Σε αυτά εγώ κοινωνικοποιούμαι και διαμορφώνομαι - ο αδελφός μου με μαθαίνει πολλές καινούριες λέξεις βλέπετε! - σε αυτά αυτός λέει φίλησε τα χείλη μιας κοπέλας για πρώτη φορά (άκου ο άλλος τι έχει να θυμάται..πφφ!) κι ο μπαμπάς λέει εκεί έπιασε την πρώτη του πυγολαμπίδα (κι αυτό ο αδελφός μου μου το μάθε, κι εγώ κι ο μπαμπάς κωλοφωτιές τις λέμε!) Αυτά τα δέντρα που για σας δε λένε τίποτα, για πολλούς αποτελούν αναμνήσεις και κομμάτι της ζωής τους! Το σημαντικό όμως είναι πως αυτοί οι κάποιοι είναι πολλοί κι έχουν πια έναν κοινό σκοπό.. Κι ακόμα κι ένας επτάχρονος πιτσιρίκος μπορεί να καταλάβει πως καλά θα κάνετε να αρχίσετε να φοβάστε.."μεγάλοι"! Γιατί πια οι βλάκες οι δικοί μας μεγάλοι αρχίζουν να συνειδητοποιούν πως ότι πάτε να πάρετε ανήκει σε μας όλους.. Κι ακόμα πως διαθέτουν μια δική τους τρόικα.. Η οποία είναι πολύ ισχυρότερη από κάθε "μηχανισμό" σας και καλά θα κάνετε να τρέμετε...
Δύναμή τους, η οργή!
Όπλο τους, η φωνή και το σώμα τους!
Ασπίδα, το δίκαιο!
Κι εγώ μαθαίνω να φωνάζω! Κι όχι, όπως εσείς θα θέλατε, να φοβάμαι!
Γι' αυτό σας λέω.. ΔΕ ΓΊΝΕΤΑΙ ΑΛΛΙΏΣ!!!

"Από την κόλαση των φτωχών φτιάχνεται ο παράδεισος των πλουσίων" έλεγε το βιβλίο του μπαμπά που πια τελείωσα.. Όμως αντίθετα με όσα ο συγγραφέας του πιστεύει,
"Ο ΠΑΡΆΔΕΙΣΟΣ ΕΊΝΑΙ ΕΔΏ ΚΆΤΩ, ΣΤΗ ΓΗ", κι όχι.. "εκεί ψηλά"..

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Μακιγιαρισμένες αλήθειες

"Η παράξενη κατάσταση της ανθρώπινης ανησυχίας αποδίδεται με αυτή τη έκφραση: να δούμε."

Το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου έφτασε! Εισιτήρια για αγώνες του, μοιράζονται! Από τράπεζες, από υπηρεσίες, από πολυεθνικές! Όλοι να είμαστε εκεί! Κι όσοι (οι περισσότεροι) δεν έχουμε την τύχη με το μέρος μας ώστε να εξασφαλίσουμε ένα απ'τα "δωρεάν" μαγικά χαρτάκια, συντονισμένοι στους δέκτες μας! Και το θέμα, πλέον, δεν είναι πως "θα δούμε μπάλα", ούτε καν πως "παίζει η εθνική μας", αλλά είναι κάτι πολύ βαθύτερο, κάτι πολύ πιο σημαντικό.. Είναι το γεγονός πως επιτέλους , μπορούμε να... Πάμε Στοίχημα! Ω, τι ευτυχία! Μας παρουσιάζεται ακόμα μια ευκαιρία να βγάλουμε κάποια εύκολα χρήματα! Μιας και μόνο αυτό μπορεί να μας σώσει! Μιας και η τίμια εργασία μας... μα τι βλάκες είμαστε να εξακολουθούμε να εργαζόμαστε! Γιατί να το κάνουμε όταν μπορούμε να ποντάρουμε, όταν μπορούμε με λίγη τύχη να φτιάχνουμε καθημερινά μικρές περιουσίες; Δεν είναι ο τζόγος, δεν είναι καν η υποτιθέμενη ευχαρίστηση, η αγωνία, η αδρεναλίνη που νιώθει κανείς στο να στοιχηματίσει! Δεν είναι ούτε ο εθισμός (παραμόνο για κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις!).
Είναι η κατάντια, η απόλυτη και δίχως προηγούμενο παρακμή μας! Μιας και κατά περιόδους, έχουμε άλλοτε οικονομικές, άλλοτε κοινωνικές, άλλοτε ηθικές κρίσεις.. Τώρα, πίσω απ'αυτήν την (δήθεν) παγκόσμια οικονομική κρίση (παρακαλώ; οικονομική κρίση; μα ποιος μιλά γι' αυτή μια ώρα πριν τη σέντρα του πρώτου παιχνιδιού;) κρύβεται, ομολογουμένως εξαιρετικά καλά, μια κρίση που κανένας οικονομολόγος, κανένας πολιτικός αναλυτής, κανένας "μηχανισμός" δεν μπορεί να αντιμετωπίσει! Είναι η κρίση που περνά η ανθρωπιά μας.. Η κρίση ταυτότητας μας! Γιατί ποιος μπορεί να πει πως ανήκει στο ανθρώπινο είδος αν δεν είναι "άνθρωπος"; Ποιος έχει το δικαίωμα να καταχράται τον όρο; Πως κύριε αυτοαποκαλείσαι άνθρωπος, όταν ο συν-άνθρωπός σου πεθαίνει δίπλα σου κι εσύ αδιαφορείς; Ε, λοιπόν δεν είσαι άνθρωπος! Δεν είσαι καν ζώο, μιας κι αυτά αναπτύσσουν τις δικές τους κοινωνίες και με την αλληλεγγύη που επιδεικνύουν σε ξεμπροστιάζουν! Γι' αυτό ξέχασες (υποτίθεται!) να τα κοιτάζεις! Γι'αυτό κάνεις ότι μπορείς για να τα εξαφανίσεις από προσώπου γης! Γιατί εσύ, εσύ που έχεις καταφέρει με τη δύναμη του μυαλού σου, να καταπολεμήσεις ασθένειες, να κατακτήσεις το διάστημα και να σηκώσεις κτίρια που η κορυφή τους κρύβεται μες στα σύννεφα! Να φτιάξεις γέφυρες, δρόμους, πλοία κι αεροπλάνα! Εσύ που γκρέμισες κάθε εμπόδιο επικοινωνίας κι εκμηδένισες τις αποστάσεις! Εσύ που έκανες όλα αυτά, ξέρεις πως είσαι χειρότερος τους! Γιατί ξέχασες να κοιτάζεις γύρω σου και κοιτάς μόνο κάτω! Γιατί έσκυψες το κεφάλι και δε το σήκωσες ποτέ! Γιατί αποδέχτηκες να είσαι αυτό που κάποιοι άλλοι σε ήθελαν και πια δεν θυμάσαι καν ποιος πραγματικά είσαι! Ξέρεις μόνο πως σε 40 λεπτά αρχίζει το παιχνίδι! Τρέξε λοιπόν "άνθρωπε"! Τρέξε να προλάβεις να στοιχηματίσεις! Δεν πρόλαβες, δεν πειράζει! Στις 9.30 έχει κι άλλο παιχνίδι! Αν κερδίσεις να πας να τα σπάσεις στην παραλιακή! Να ναι καλά τα παιδιά που έπαιξαν τέτοια μπαλάρα! Αν χάσεις μην απογοητευθείς! Είπαμε έχει κι άλλο παιχνίδι μετά! Και που είσαι, άνθρωπε; Το βράδυ που θα ξαπλώσεις στο κρεβάτι σου και για δευτερόλεπτα το βλέμμα σου πέσει στο ταβάνι, μην κάνεις καμιά ανοησία και το αφήσεις να μείνει εκεί! Μπορεί να σκεφτείς το παιδί που σε παρακάλαγε να πάρεις ένα πακέτο χαρτομάντιλα ή εκείνο που πέθανε (κάποιες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, νομίζεις ο αφελής!) όσο εσύ κοίταζες το ταβάνι σου, γιατί δεν βρέθηκε κάποιος να του δώσει ένα ποτήρι νερό, γιατί μια "αδέσποτη" σφαίρα διαπέρασε το αθώο του μυαλό που δεν πρόλαβε να καταλάβει το "γιατί", ή τρύπησε την μικρή του την καρδιά, η οποία σταμάτησε πια να χτυπά αλλά δε φταις εσύ.. Δεν ήσουν εσύ αυτός που τράβηξε τη σκανδάλη.. Εσύ έτρεχες.. Κι αυτός που το έκανε, ναι, αυτός δεν έχει το δικαίωμα να αποκαλείται άνθρωπος! Δε φταις εσύ! Εσύ ήσουν μακριά.. Ή μήπως φταις.. Αφού τα κατάφερες κι εκμηδένισες τις αποστάσεις, πως άφησες να σκοτώσουν αυτό το παιδί και τώρα λες πως ήσουν μακριά;
Γι' αυτό σε ικετεύω άνθρωπε! Μην αφεθείς να κοιτάζεις το ταβάνι! Κοιμήσου γρήγορα! Αλλιώς ίσως σκεφτείς τα ζώα.. Ίσως σκεφτείς πως είσαι χειρότερος απ'αυτά!
Ίσως σκεφτείς πως όταν σε λέω "άνθρωπο" σου λέω μιαν αλήθεια.. μακιγιαρισμένη!
Κοιμήσου σε παρακαλώ γιατί έχεις αγώνα αύριο...
Να δούμε..

(Ελπίζω να μην σε απογοήτευσα "φίλε" που ρωτάς για πολιτική!)

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Χελιδονοφωλιά

Αριστερά, σοσιαλισμός, κομμουνισμός, αναρχία, αναρχοκομμουνισμός, καθώς ακόμα ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΣΥΝ, ΚΟΕ, ΔΗΚΚΙ, ΑΡΑΝ, ΝΑΡ, μ-λ ΚΚΕ (και το αντίθετο φυσικά!) ΕΕΚ... Γράμματα στη σειρά που δεν αποτελούν παρά διαιρέσεις κι υποδιαιρέσεις ενός πολιτικού ρεύματος και μιας κοσμοαντίληψης για μια διαφορετική κοινωνική δομή, που αν μη τι άλλο (θέλει να πιστεύει..) έχει ως κέντρο της τον άνθρωπο.. Κόμματα, οργανώσεις, φορείς και όργανα, εκπρόσωποι του "λαού" και του "προλεταριάτου" (πόσο διαφορετικοί όροι και πόσο συγκεχυμένες έννοιες..) αναζητούν αέναα και πια βρίσκουν τις "κατάλληλες συνθήκες" ώστε να παρέμβουν, να αμβλύνουν τις αντιθέσεις και τα οξύμωρα σχήματα και κυρίως, να "ωθήσουν το κίνημα μπροστά"! Η τουλάχιστον έτσι μας λένε..

Είχαν περάσει κιόλας οι πρώτες έξι απ τις οχτώ ώρες της βάρδιάς μου κι εκείνη τη μέρα ομολογώ πως δεν ο χρόνος είχε κυλήσει με ταχύτητες πλησίες αυτής του φωτός μιας και δεν είχα συνειδητοποιήσει πως είχε αρχίσει πια να σκοτεινιάζει.. Ήταν μια από κείνες τις μέρες όπου είσαι διαρκώς σε κίνηση, εκτελώντας μηχανικά κινήσεις και λέγοντας δίχως κανένα απολύτως χρώμα στη φωνή, λόγια ξύλινα, σ'έναν τόνο κάλπικα ειλικρινή.. Αφού όμως είχα κάνει ότι ήταν να κάνω και πια δεν χρειαζόταν να χαμογελάω σε αγνώστους, ένιωσα πως αν ήθελα να αντέξω ακόμα δυο ώρες, χρειαζόμουν έναν καλό καφέ.. Χωρίς δευτερόλεπτο να πάει χαμένο (χρόνος ίσον χρήμα άλλωστε, κι έτσι χαμένος χρόνος ίσον χαμένο χρήμα, με απλά λόγια.. απόλυση) έφτασα γρήγορα - γρήγορα στο τέρμα του τετραγώνου όπου ο Μήτσος μου έφτιαξε εξίσου γρήγορα "το γνωστό".. Είχα ήδη τραβήξει δυο γερές τζούρες απ'τον παραλίγο "αλβανικό" καφέ μου (ποτέ δεν κατάλαβα πως ο γλυκός με γάλα συνδέεται με τον αλβανικό πληθυσμό!) όταν τα μάτια μου ήρθαν αντιμέτωπα με τον "Ήλιο - δήμιο, που με το λεπίδι των ακτίνων του, κόβει το λαιμό των σκιών" μαζί και τη δική μου φόρα.. Αρχικά, με το ένα μου χέρι να κρατά το ποτήρι τον καφέ και το άλλο να εμποδίζει τον ήλιο να θολώνει την ήδη περιορισμένη όρασή μου, τον καταράστηκα αυτόν τον παλιό -Ήλιο που με καθυστερούσε μιας και σαν άλλος Ρομπέρτο ντε λα Γκριβ, απόλυτα φωτοφοβικός, αναγκάστηκα να κοντοσταθώ για να μη χάσω την ισορροπία μου και να προσανατολιστώ και πάλι! Κι ήταν μόλις άρχισαν τα μάτια μου να συνηθίζουν την λάμψη του δήμιού τους όταν άρχισα να διακρίνω τη φωλιά.. Στην αρχή μια καφέ βούλα σε ένα κατακίτρινο φόντο που όσο πήγαινε μεγάλωνε κι αποκτούσε γραμμή τη γραμμή, το δικ'ο της σχήμα, ώσπου όταν πια επανέκτησα την όρασή μου για τα καλά, μου αποκάλυψε τα μικροσκοπικό, χωμάτινα τουβλάκια που τη δομούσαν..
Έμεινα για λίγο να τη χαζεύω.. Λες και δεν είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο.. Λες κι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα αυτή τη μικρή κοινωνία.. Με το Δέος να έχει στραπατσάρει για τα καλά το πρόσωπό μου, σαν κάτι αμερικανάκια που στο άκουσμα της "Αλήθειας" πως άλλος είναι ο σπουργίτης κι άλλο το χελιδόνι, γουρλώνουν τα μάτια τους και σου πετούν δίχως δεύτερη σκέψη (άραγε υπάρχει πρώτη..; )το χαρακτηριστικό "ooh really?", είχα μείνει να παρατηρώ τις κινήσεις των αγγελιοφόρων της άνοιξης.. (τι αφελής είμαι κι εγώ!) Μα τι στην ευχή ήταν αυτό που με έκανε να δείχνω αποχαυνωμένος στη θέα αυτής της φωλιάς; Όλες ίδιες δεν είναι; Όλες από νερό και χώμα δεν είναι φτιαγμένες; Κάτω από στέγες και μπαλκόνια ή στα κλαδιά κάποιου δέντρου κάθε φορά; Τι κοίταζα..;

Ο καφές μου ήταν πικρός - για μένα - αλλά το μυαλό μου ήταν στη χελιδονοφωλιά.. Ναι, χελιδόνια ήταν, σίγουρα! Αυτά σκεφτόμουν δεν έχουν να αντιμετωπίσουν οικονομικές κρίσεις, μηχανισμούς, τρόικες, ή διεφθαρμένους πολιτικούς.. Παρά μόνο όταν βρίσκουν τα σκούρα (κρύο κι όχι χρέος..) πετούν μακριά, προς μέρη πιο ζεστά, πιο φιλόξενα (τι κρίμα να μη μπορούμε να τα φορολογήσουμε και αυτά, μπαίνουν στον εναέριο χώρο μας, τον καταλαμβάνουν, τρων απ τους σπόρους και τα χωράφια μας.. Σκέτη καταστροφή! Κύριε Παπακωνσταντίνου σας παρακαλώ να πάρετε άμεσα μέτρα! ) Έρχονται σε μας, για να μας θυμίσουν τον ερχομό της άνοιξης, θέλουμε οι εγωιστές να πιστεύουμε! Και παρ' όλ' αυτά, τα προβλήματα που έχουν κι αυτά να αντιμετωπίσουν, χάρη στη δική μας "θεϊκή παρέμβαση" είναι διόλου ευκαταφρόνητα! Φαινόμενο θερμοκηπίου, όξινη βροχή, λειψυδρία.. Όμως ο θεός Χρόνος παίζει πάλι μαζί μας.. Μιας κι όταν καταχρώμασταν, όταν εγκλωβιζόμασταν δίχως την παραμικρή αντίσταση, στο κάστρο του καπιταλισμού, όταν δηλώναμε δουλοπρέπεια ώστε "ΕΓΩ, ΝΑ ΕΧΩ", ήταν πολύ διακριτικός.. Φαίνεται, σοφός σαν όλους τους θεούς (...) περίμενε την κατάλληλη στιγμή και πλέον μας φέρνει, εμάς τα παιδιά του, αντιμέτωπους με το ΔΝΤ, την ΕΕ, την "Παγκόσμια" Τράπεζα και πρώτα απ' όλα, τους ίδιους μας τους εαυτούς...
Μιας κι οι αφελείς, αιώνες τώρα, δε λέμε να παραδειγματιστούμε απ'τους φτερωτούς κατακτητές μας! Συνεργασία, αλληλεγγύη, συντροφικότητα.. Λέξεις που εμείς φτιάξαμε και συνάμα έννοιες που για τις ψυχές μας παραμένουν άγνωστες.. Αντίθετα, εξακολουθούμε να δίνουμε προτεραιότητα στις διαφορές μας, στις προσωπικές και "πολιτικές" μας διαμάχες, αφήνοντας τες να μας οδηγούν ολοένα πιο κοντά στην απόλυτη εξαθλίωση του όρου "άνθρωπος", μιας και άνθρωπος δίχως "ανθρωπιά" δε νοείται! Αλλά ακόμη και στην υποβάθμιση του βιοτικού μας επιπέδου καθώς και στον ολοκληρωτικό πολιτιστικό μαρασμό! Μ' αυτά κατά νου, μήπως τελικά δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί; Μήπως αγαπητές ηγεσίες των χώρων της πολύπαθης Αριστεράς, πρέπει να αλλάξετε νοοτροπίες και να δώσετε πρώτες εσείς το παράδειγμα της ενότητας; Της ενότητας στην πράξη, στο δρόμο, στους αγώνες! Όχι στο κτίριο της Βουλής ή στα γραφεία! (όταν ο κόσμος θέλει να το κάψει, πως μπορείτε να κρύβεστε εκεί μέσα και πίσω απ'τα γραφεία σας;)
Φτάνει μόνο να σηκώσουμε το κεφάλι μας.. Φτάνει μόνο να δούμε τη χελιδονοφωλιά.. Κι ίσως τότε μάθουμε πως να φτιάξουμε και μια δική μας..

(Το κείμενο έχει γραφεί χειρόγραφα εδώ και αρκετές μέρες, φυσικά μετά από ακόμα μια απ'τις ατελείωτες εκείνες μεταμεσονύχτιες κουβέντες, όπου οι μονόλογοι δε σε βοηθάν παρά να μιλάς με τον θεό που έχεις μέσα σου.. Η καθυστέρηση της ανάρτησης οφείλεται αποκλειστικά στη τεμπελιά που χαρακτηρίζει κάθε επτάχρονο παιδί!)

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Άναρχες σκέψεις των 2.30

Η οργή μου μεγαλώνει.. Τελευταία δε γράφω παρά για κόσμους άλλους.. Για κόσμους που ίσως έχουν στοιχεία απ'αυτού του σάπιου του δικού μας, όμως είναι διαφορετικοί, είναι αλλιώτικοι.. Κάποιες φορές μαγικοί.. Η οργή μου όμως δε λέει ούτε έτσι να κατευνάσει.. Μια βόλτα στην πρωτεύουσα ήταν υπεραρκετή για να με κάνει και πάλι να αρχίσω να γράφω δίχως δομές, λόγια ανάλαφρα, γλυκανάλατα ή ίσως και όμορφα.. Και δεν μπορώ να μην επιστρέψω πάλι στον V (ίσως τελικά έπρεπε να επιλέξω ένα άλλο πιο βεντετικό όνομα..) και στα λόγια του "Μπορεί ο διάλογος να αντικαταστάθηκε απ' το κλομπ αλλά οι λέξεις θα διατηρούν τη δύναμη του. Οι λέξεις μεταφέρουν νοήματα και για όσους ακούν την αλήθεια!"

Έτσι, σκέφτηκα να δοκιμάσω κι εγώ να χρησιμοποιήσω τη δύναμη των λέξεων, μήπως κι έτσι καταφέρω να πω τις δικές μου "αλήθειες".. Δεν γνωρίζω κατά πόσο είναι δυνατό να μένει κανείς αντικειμενικός και να βλέπει τα όσα συμβαίνουν γύρω του.. από ψηλά! Όπως ένας παρατηρητής που απλά αφήνει τη ματιά του να πέφτει πάνω στα γεγονότα δίχως αυτά να τον επηρεάζουν στο ελάχιστο! ΔΕΝ είναι έτσι! Και δεν είναι γιατί όλοι μας αποτελούμε μέρος αυτής της κοινωνίας! Κομμάτι της! Έτσι, η κρίση μου δεν μπορεί να είναι αντικειμενική! Ούτε να μην χαρακτηρίζεται από συναισθηματισμούς - όλοι έχουμε έναν κοινωνικό περίγυρο, μια ταμπέλα, κάτι που θολώνει την αντικειμενικότητά μας - !
Δεν μπορώ να με ελέγχω!
Η οργή μου είναι αυτή που δεν μπορώ να ελέγχω! Κι αυτό γιατί η λατρεμένη μας "σοσιαλιστική" κυβέρνηση, αποφάσισε πως η λύση για τη διαφυγή της χώρας από το οικονομικό αδιέξοδο αποτελεί μονόδρομο! Κι αυτό - πάντα σοσιαλιστικά! - από μόνη της! Δίχως να ρωτήσει απολύτως κανέναν (γιατί να το κάνει άλλωστε όταν μόλις λίγους μήνες πριν είχε τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών - εμάς δηλαδή, ας μην κρυβόμαστε - με το μέρος της;)! Όλα εν μία νυκτί! Η (παν)αξιωματική αντιπολίτευση δε θα μπορούσε να κρατήσει θετικότερη στάση απέναντι στα "απαραίτητα" οικονομικά μέτρα στα οποία προέβη η τονίζω "σοσιαλιστική" μας κυβέρνηση, μιας και το μόνο που δεν έκανε ήταν να τα υπερψηφίσει (για ποιο λόγο να το κάνει άλλωστε και να επωμιστεί κι αυτή το μετ' έπειτα πολιτικό κόστος μιας και με τη δική μας στήριξη το ΠΑΣΟΚ είναι σε θέση να περνά οτιδήποτε θελήσει - είτε το ίδιο είτε κάποιοι κύριοι πολυεθνικών ή χωρών-δυνάμεων που κινούνται αθόρυβα στο παρασκήνιο αυτής της παρωδίας κράτους - οποτεδήποτε το θελήσει! Το "επαναστατικό" ΚΚΕ από την άλλη, δε θα μπορούσε παρά να κατηγορεί όποιον δεν βρίσκεται στις γραμμές του για προβοκάτσια και αν και για ακόμα μια φορά απέδειξε σε πόσο εξαιρετική κατάσταση βρίσκονται τα αντανακλαστικά του (μιας και η παρέμβαση του ήταν αμεσότατη και ο μηχανισμός του λειτούργησε - ως συνήθως....(;) - στην εν τέλεια...) το μόνο αποτέλεσμα της δράσης του δε φαίνεται να είναι παρά η εξακολούθηση της αναμονής για την πολυπόθητη "κομμουνιστική κοινωνία"...! Ο ΛΑ.Ο.Σ, για ακόμα μια φορά, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, πασχίζοντας για το καλό του "έθνους" και βάζοντας "πλάτες" στην πολιτική του ΠΑΣΟΚ, προσπάθησε αν μη τι άλλο αξιόλογα(!!) να μας καταδείξει την πολιτική ταύτιση της "σοσιαλιστικής" μας κυβέρνησης με την ακροδεξιά, στον αγώνα για το δίκιο του ανυπεράσπιστου βιομηχάνου! Στη συνέχεια, ο λατρεμένος μας ΣΥΡΙΖΑ (μιας κι αυτός έχει γίνει κάτι περισσότερο απ'το αγαπημένο μου T-shirt...) μετά την ανάδειξη της ομορφότερης εικόνας που πρόβαλε η Αθήνα, με τις 200.000 και πλέον κόσμου της να κατακλύζει τους δρόμους της, τα τελευταία 30 χρόνια, θυμήθηκε πως είναι ώρα πια να λύσει τα εσωτερικά του (έστω κι αν αυτά περιορίζονται, υποτίθεται, στα εσωτερικά μιας εκ των συνιστωσών - ΣΥΝ) που αναρωτιέμαι πόσο τυχαίο γεγονός αποτελεί πια! Μιας κι ας μην ξεχνάμε πως και πριν δυο χρόνια, όταν και πάλι ο κόσμος είχε γεμίσει δρόμους και πλατείες, ο ΣΥΡΙΖΑ και πάλι τότε είχε αποπειραθεί να λύσει (ανεπιτυχώς...) τις διαφορές του! Και τώρα, ένα συμβούλιο πολιτικών αρχηγών και η συμμετοχή ή όχι σε αυτό ήταν αρκετή για το απόλυτο χάος σε ολόκληρο το μόρφωμα - επιχείρημα (ας μην ξεχνάμε πως ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ο ΣΥΝ) της ενιαίας αριστεράς (η οποία - και πάλι (;) - αυτό που είχε να προτείνει ήταν δημοψήφισμα...) Το μόνο που κατάφερε κι αυτός με τη σειρά του λοιπόν δεν ήταν παρά να μειώσει κι άλλο την αξία της πολυπληθέστερης πορείας που έλαβε χώρα επί ελληνικού εδάφους στη σύγχρονη ιστορία.. Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά απ'την άλλη, βρήκε το πάτημα που έψαχνε ώστε να "χωθεί" στο "σύμμαχο" ΣΥΡΙΖΑ (ήρεμα ΕΑΑΚ-ήτες μια άποψη λέω μόνο.. ) κι εν όψη φοιτητικών εκλογών να καρπωθούν στο μέγιστο βαθμό οποιοδήποτε "ατόπημα" του πέφτοντας έτσι σε αριστερισμούς αστείους για κάθε άνθρωπο που σέβεται τις διάφορες ιδεολογίες που ανήκουν (πόσες άπειρες ταμπέλες έχω χρησιμοποιήσει!!) στον γενικότερο χώρο της Αριστεράς! Τέλος, ο ξακουσμένος αυτές τις μέρες, αναρχικός χώρος, ο μόνος κατά την άποψή μου πάντα, αυτόνομος (θέλω να πιστεύω) κι "αμόλυντος" χώρος που έχει απομείνει στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, δεν κατάφερε να γλυτώσει τη ρετσινιά (μιας και οι περιφρουρήσεις του ήταν όσο το δυνατόν οργανωμένες κι απροσπέλαστες - πριν τα χημικά προφανώς) των "μπαχαλάκηδων" που κατάφεραν να σπιλώσουν μια μεγαλοπρεπή πορεία σαν αυτή της 5ης Μαΐου, εξυπηρετώντας έτσι πολιτικές των από πάνω, τρομοκρατώντας τον κόσμο, κάνοντας τον έτσι διστακτικό στο να κατέβει στο δρόμο (βέβαια οι δυνάμεις καταστολής έχουν κι αυτές έναν ρόλο εδώ..) και πηγαίνοντας έτσι το κίνημα δεκαετίες πίσω (αγαπημένο μου τσιτάτο!)
Σε καμία περίπτωση δεν είμαι εγώ αυτός που θα υπερασπιστεί την άποψη πως η ρήξη μπορεί να έρθει δίχως βία! Όποιο ιστορικό παράδειγμα και να πάρει κανείς, θα συνειδητοποιήσει πως ανατροπή δίχως βία δεν υφίσταται! Χαρακτηριστικότερο όλων αυτό της Ουγγρικής Επανάστασης όπου 60 χρόνια μόλις πριν, όταν στην τότε Σταλινική - "κομμουνιστική" Ουγγαρία, ο λαός διεκδίκησε τη "φασιστική" για την τότε "κομμουνιστική" ηγεσία της χώρας, ελευθερία λόγου! Και απέναντί του βρήκε τις σφαίρες του ουγγρικού στρατού αρχικά, και στη συνέχεια τα σοβιετικά άρματα μάχης! Όχι δεν είμαι κανένας ονειροπόλος (όχι απόψε τουλάχιστον) που να ελπίζει σε μια ειρηνική συμφιλίωση κεφαλαίου(εξουσίας) - μαζών! Όμως δεν έχω ούτε άλλου τύπου ψευδαισθήσεις! Δεν θεωρώ πως η κοινωνία, μέλος της οποίας είμαι κι εγώ (και δεν μεταβιβάζω στιγμή τις ευθύνες μου σε άλλους!) είναι έτοιμη να διεκδικήσει μια κομμουνιστική κοινωνία, μήτε μιαν αναρχική, ούτε καν μια αταξική κοινωνία! Όταν δεν μπορούμε να φωνάξουμε για τα κεκτημένα μας και βγαίνουμε στους δρόμους μόνο όταν πλέον δεν έχουμε να καλύψουμε βασικές μας ανάγκες, είναι προφανές πως δε διαθέτουμε το πολιτικό υπόβαθρο για μια τέτοια σύγκρουση με το κατεστημένο! Επομένως αγαπητοί μπάχαλοι, δε βλέπω το λόγο για τον οποίο κάψατε τρεις συμπολίτες μας! Δεν ήταν ο Βγενόπουλος, δεν ήταν ο Παπανδρέου.. Ήταν τρεις από μας.. Κι αν το έργο σας δεν ήταν κατευθυνόμενο κι όλο αυτό δεν ήταν σκηνοθετημένο (κάτι που ο κακεντρεχής λογισμός μου αναρωτιέται αλλά το αρρωστημένο μου μυαλό αρνείται πεισματικά να πιστέψει!) τότε είστε ακόμα χειρότεροι δολοφόνοι απ' αυτούς που κάποιοι θα πλήρωναν για να επιτελέσουν το έργο σας, γιατί δεν αφαιρέσατε τη ζωή από τρεις ψυχές, δε θα υποφέρουν μόνο οι τρεις τους οικογένειες. αλλά αυτές 10 εκατομμυρίων ελλήνων που δε θα πεθαίνουν μία, αλλά 365 φορές το χρόνο! Μιας και πλέον θα ΦΟΒΟΎΝΤΑΙ να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο! Κάτι διαφορετικό..

Όλα αυτά θα μπορούσε κανείς να πει πως δεν αποτελούν ακόμα μια κριτική, καλή, κακή δεν έχει σημασία, κριτική... Δίχως να αποσκοπούν κάπου ή να έχουν αν αντιπροτείνουν κάτι.. Όμως δεν είναι έτσι! Όταν αναιρείς κάτι αναγνωρίζεις πως αυτό δε σου κάνει! Και ναι λοιπόν, δε μου κάνει άλλο πια αυτή η σάπια πολιτική τους! Και έχω να αντιπροτείνω κάτι, τη φωνή μου! Τις φωνές μας! Τα χέρια μας! Τα πνεύματά μας! Η μια άποψη δε θα μπορούσε να είναι άλλη απ'το ότι έχουμε σαπίσει κι εμείς οι ίδιοι, μες στον οχετό στον οποίο ζούμε.. Σήμερα, κηδεύτηκε ένα παιδί - ούτε 29 δεν ήταν.. Έφυγε από υπερβολική δόση.. Θα πει κανείς πως τέτοια συμβαίνουν όλη την ώρα, μια βόλτα στο κέντρο και θα δεις δεκάδες ίδιες ιστορίες καθημερινά.. Όμως εγώ λέω γι'αυτή την ιστορία! Γιατί αυτόν ήξερα.. Λίγο.. Ίσως και καθόλου! Όμως ήμουν εκεί όταν η πομπή που τον συνόδευε κατευθυνόταν προς την εκκλησία.. Ήμουν εκεί να κοιτάζω σα χάνος τη συρροή όλων αυτών, των δήθεν "δικών του ανθρώπων" που μαζεύτηκαν να τον αποχαιρετήσουν.. Έμποροι ναρκωτικών κάποιοι (φονιάδες παιδιών σαν αυτό), αιώνια πρεζάκια που ευχαριστούσαν για την τύχη τους το θεό - υπάρχει θεός κι είναι στη βροχή.. είναι η ευτυχία! η απόλυτη ευτυχία που νιώθεις όταν οι σταγόνες της σκαν απαλά στη διψασμένη σου σάρκα.. η ευτυχία που δεν μπορείς να περιγράψεις και νομίζεις πως κανείς άλλος δεν έχει νιώσει.. και γίνεσαι εσύ θεός.. για στιγμές.. - επιχειρηματίες που με το ένα τους μάτι παρακολουθούν τη λειτουργία και με το άλλο την κίνηση στον κεντρικό δρόμο της αγοράς μήπως και τσιμπήσουν πελάτη, να κάνουν σεφτέ.. Ένας ένας μαζεύονταν δίχως να είναι σίγουροι για το γιατί.. Κι εγώ από τα 30 μέτρα ασφαλείας μου, τους κοίταζα.. Και σε άλλους έβλεπα την αδιαφορία, σε άλλους τη βιασύνη να δείξουν πως πήγαν (κοινωνικές υποχρεώσεις βλέπεις..), πως εμφανίστηκαν, λες κι είναι κοινωνικό event, σε άλλους τη (σχεδόν..) χαρά που στους δρόμους "μας" θα κυκλοφορεί ένα πρεζόνι λιγότερο και σε άλλους, σε άλλους το φόβο, μήπως όταν έρθει η δική τους ώρα γι' αυτή την κάθε φορά ίδια διαδρομή είναι μόνοι τους.. Χωρίς κάποιον να θρηνεί γι αυτούς.. Χωρίς να ξέρουν πως θα λείψουν σε κάποιον.. Κι εγώ στεκόμουν εκεί.. Απ'τα 30 μέτρα.. Και τα έβλεπα όλα! Κι αδυνατούσα ο δειλός να τρέξω να φωνάξω να κάνω κάτι.. Σκέφτηκα πως δεν έχει νόημα.. Πως ο κόσμος δεν αλλάζει - το έλεγε και στο ραδιόφωνο "νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί" - Σκέφτηκα πως θέλω να ξεφύγω απ'αυτόν τον κόσμο.. Πως; Αλκοόλ; Μα το είχα δοκιμάσει! Αναποτελεσματικό κι ακριβό! Ίσως χόρτο.. Μπαα.. Ποιο το νόημα; Ναρκωτικά! Ναι! Γιατί όχι; Αφού δε μπορώ να ζω στην κοινωνία που θέλω, γιατί να μην χάνομαι στη φανταστική μου κοινωνία; Όμως τότε, (και να που υπάρχει και η άλλη άποψη, όπου τελικά δεν έχουμε σαπίσει απαραίτητα όλοι μας..) δε θα αργήσω να βρεθώ εγώ στη θέση του 29χρονου συγχωριανού μου - συνανθρώπου μου.. Θα πεθάνω κι εγώ και σε μια ίδια κακοανεβασμένη παράσταση ανθρώπινου πόνου και δυστυχίας η μάνα μου θα κλαίει στην κεφαλή της πομπής και θα αναρωτιέται "ΓΙΑΤΊ;", την ώρα που ο πατέρας μου θα τη στηρίζει ενώ τα κατακόκκινα μάτια του θα έχουν θολώσει όσο κι η σκέψη του.. Γι' αυτό λοιπόν εγώ θα φωνάξω! Θα κραυγάζω μέχρι να μην έχω πνοή μέσα μου! Γιατί δε θέλω να ζω σε μια ¨φανταστική" κοινωνία! Γιατί θέλω να ΖΩ! ΕΔΩ! Στην κοινωνία των ονείρων μου την οποία κάνω πραγματικότητα!


ΥΓ. Αυτές οι γραμμές άρχισαν να γράφονται 24 ώρες πριν.. Ένας γκιόνης με διέκοψε και όπως πάντα
ήταν η αιτία να οδηγηθούν αλλού... Δεν γίνεται παρά αυτό το κείμενο να είναι γι' αυτόν..

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

"Παραμύθι με λυπημένο τέλος"

"Κι εγώ όπως πολλοί από εσάς εκτιμώ την καθημερινότητά μας.. Την ασφάλεια των οικείων πραγμάτων, την ηρεμία της ρουτίνας.. Τα απολαμβάνω όσο κι εσείς..."

Με αυτά τα λόγια επιλέγει ο V να αρχίσει την "κουβέντα" του με τον κόσμο... Τονίζοντας την αξία της καθημερινότητας.. Κι είναι όντως σπουδαίο πράγμα να γυρίζεις απ'τη δουλειά σου, να τρως ένα πιάτο φαΐ και στη συνέχεια να μπορείς να χαζέψεις μπροστά απ'την τηλεόραση 32 ιντσών, που κατάφερες να πάρεις απ'το μισθό που μάζευες εδώ και τρεις, τέσσερις μήνες, να πας μια βόλτα με το 2000 κυβικών αυτοκίνητό σου, που θα χρωστάς για μια δεκαετία ή ακόμα κάποιο σαββατόβραδο να πας να τα σπάσεις στα μπουζούκια, καταθέτοντας εκεί το μισό σου μηνιάτικο, αδυνατώντας έτσι να έχεις οποιαδήποτε άλλη μορφή διασκέδασης για το υπόλοιπο του μήνα σου! Τι γίνεται όμως όταν αυτή σου η καθημερινότητα, η τόσο πολύτιμη κι εύθραυστη ρουτίνα σου, διαταραχθεί...;

17 Οκτ 2034

Χθες βράδυ, τελείωσα στην ώρα μου τη δουλειά - το αφεντικό ήταν αρκετά καλό μιας και του έκανα είσπραξη 500Ε κι είπε να με αφήσει στην ώρα μου! - γύρισα σπίτι μου, τσίμπησα απ'το απαίσιο τριών ημερών κοτόπουλο που είχε μείνει στο ψυγείο μου (άγευστο κι αυτό σαν τις ώρες που περνάω στη δουλειά..) κι έκατσα να χαλαρώσω μπροστά στον ολοκαίνουργο υπολογιστή μου! Τετραπύρηνος, φυσικά με τα seven ήδη περασμένα κι όλα τα απαραίτητα ώστε να τρέχει το τελευταίο call of duty στις μέγιστες δυνατές επιδόσεις του! Μετά από αρκετές αποστολές κι ενώ ο ίδιος είχα βρεθεί πολύ μακριά απ'τους τέσσερις τοίχους που με περιστοιχίζουν, χτύπησε το κινητό μου (i-phone, που όμως είχα ξεχάσει τον ήχο κλήσης μιας και είχε κάτι μέρες να χτυπήσει...)! Κι επειδή όπως υποστηρίζει κι ο Jonathan Littell "το παρελθόν είναι σαν ένα αρπαχτικό που, αν χώσει τα δόντια του στη σάρκα σου, δεν μπορείς να του ξεφύγεις" το παρελθόν μου κατάφερε να διαταράξει τόσο πολύ τη μιζέρια - καθημερινότητά μου που σήμερα ίσως να την αναζητώ, χαμένη πια σε κάποιο σοκάκι του μυαλού μου...

Η ώρα πρέπει να ήταν περασμένες δύο.. Απ'τη χαρά που μου προξένησε ο ήχος του κινητού το σήκωσα δίχως καν να προσέξω ποιος ήταν αυτός που με περίμενε στην άλλη άκρη της γραμμής (ο όρος "τηλεφωνική γραμμή" ανέκαθεν μου προκαλούσε μια κάποια γοητεία, δεν είμαι σίγουρος γιατί, αλλά ίσως να ήταν η ιδέα της ένωσης δύο σημείων - όπου σημεία δεν αποτελούσαν παρά οι δυο συνομιλητές - με τον έναν και μοναδικό τρόπο που τους επιτρέπει να έρθουν σε επαφή..) "Παρακαλώ;".. Άκουσα τη φωνή της.. Άρχισα να ζαλίζομαι.. Για κάποιες στιγμές - αιώνες έμεινα βουβός, ίσως κι ακίνητος, δεν είμαι σίγουρος. Όταν κατάφερα να μαζέψω τις σκέψεις μου ("είναι δυνατόν να είναι αυτή", "τι να θέλει; και μάλιστα τέτοια ώρα..", "λες να της συνέβη τίποτε;") άκουσα την σα κρύσταλλο καθαρή φωνή της να μου λέει, τραγουδιστά μου φαινόταν, πως ήταν στη πόλη κι ήθελε να με δει.. Είχε μια αφίσα μου λέει και νόμιζε πως έπρεπε να μου την επιστρέψει, ήξερε πόσο πολύ το λάτρευα αυτό το κομμάτι πλαστικοποιημένου χαρτιού.. Θα έφευγε την επόμενη, χαράματα κιόλας.. Δώσαμε ραντεβού σε 30' σε ένα μαγαζί λίγο κάτω απ'το σπίτι μου.. Δεν της είχα προτείνει να έρθει από δω..

Σε 10' ήμουν έτοιμος.. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου (ένα σπυράκι που είχε κάνει την εμφάνισή του λίγες μέρες πριν, εκτόξευσε το αηδιαστικό περιεχόμενό του στον καθρέφτη που βρισκόταν πάνω απ'το μικρό νιπτήρα), μάζεψα πρόχειρα τα μαλλιά μου μ'ένα μαύρο λαστιχάκι (λίγες ώρες μετά θα συνειδητοποιούσα πως ήταν αυτό που είχε γίνει η αιτία να την γνωρίσω, όταν ένα βράδυ κάποιου Ιούνη το κεφάλι μου είχε πάρει φωτιά απ'την αφόρητη ζέστη της Αθήνας κι ενώ κανείς μας δεν είχε ένα επιπλέον, ήταν η πρώτη που είδα μόλις σήκωσα το κεφάλι μου με το βλέμμα μου προς το πλήθος' με κοίταζε με τα πλημμυρισμένα από φλόγα μάτια της - σίγουρα είχε πιει ένα, δυο ποτά παραπάνω - κι όταν την πλησίασα, αφού τίναξε τα μακριά, στο χρώμα του ήλιου μαλλιά της, έτεινε το χέρι της λες κι ήξερε από πριν τι θα της ζητούσα.. Λες κι ήξερε από πριν τι θα ακολουθούσε..), έβαλα πάνω μου ένα μπλε τζιν κι ένα παλιό μπλουζάκι των Zeppelin, τα αθλητικά μου και, αυτό το κομμάτι όσο και να προσπαθώ δε μπορώ να το ανασύρω απ'τη μνήμη μου, βρέθηκα στο κακοφωτισμένο στενό με τα ξεχαρβαλωμένα παγκάκια και τα φύλλα των πλάτανων σκορπισμένα ανάμεσα στα πόδια τους, με τους παλμούς της καρδιάς μου να έχουν ξεπεράσει από ώρα τους 120..

Αποφάσισα να την περιμένω στο μπαράκι της γωνίας μιας και δεν είχε περάσει τέταρτο απ'την ώρα που άκουσα τον απαίσιο ήχο του τερματισμού μιας κλήσης.. Έκατσα στη μπάρα παρήγγειλα μια τεκίλα για μένα και μια βότκα γι'αυτήν (θα έχανα τα λογικά μου αν είχε αλλάξει ακόμα και το ποτό της..) Χαμένος στις σκέψεις και βυθισμένος στο ποτό μου σήκωσα το κεφάλι μου, σαν μπαίνοντας να έφερνε μαζί της τα χαμένη μου όρεξη για ζωή, και την είδα να έρχεται, με το πάντα ανάλαφρο περπάτημά της και τα λυμένα της μαλλιά να κυματίζουν στο ρυθμό των βημάτων της..Για μια στιγμή κοντοστάθηκε λίγα μέτρα μακριά μου σα να θελε να με ελέγξει με ένα της βλέμμα.. Με πλησίασε με γρήγορες κοφτές κινήσεις, σταμάτησε μπροστά μου, έδεσε τα χέρια χαμηλά πίσω απ'την πλάτη της κι άρχισε να λικνίζεται κάνοντας το μακρύ της φόρεμα να φουσκώνει και να μοιάζει με καμπάνα.. Ψέλλισα ένα γεια την ώρα που έπαιρνε ένα σκαμπό και καθόταν δίπλα μου ενώ το άρωμά της είχε πλημμυρίσει τη σκέψη μου, είχε γκρεμίσει κάθε αμυντικό μου μηχανισμό κι ήμουν έτοιμος να παραδοθώ άνευ όρων στην απεραντοσύνη της γοητείας της, δίχως αυτή να έχει προφέρει μια λέξη.. Τύλιξε το ποτήρι με τα μακριά της δάχτυλα κι άρχισε να αδειάζει με μικρές, αραιές γουλιές το περιεχόμενό του.. Ακόμα να πει μια κουβέντα.. Σα να είχε χαθεί στις σκέψεις της, σα να ήταν σε έναν δικό της κόσμο, μακρινό, αποκομμένο απ'αυτόν εδώ, είχε αφήσει τη μουσική να έχει τον απόλυτο έλεγχο της και κουνούσε τον κορμό της κατά πως οι νότες την πρόσταζαν.. Τα λεπτά περνούσαν, η ώρα που θα έπρεπε να φύγει πλησίαζε κι αυτή δεν είχε βγάλει μιλιά.. Το ποτό της άδειαζε, ροδίζοντας το κάτασπρο μέχρι τότε πρόσωπό της.. Κι όταν αυτό έσβησε, σηκώθηκε, τίναξε ακόμα μια φορά τα μαλλιά της ( και τότε ένιωσα το άρωμά της να τρυπάει το μυαλό μου και να διαπερνά όλο μου το σώμα προκαλώντας ρίγη σε κάθε σημείο του που εκείνη τη στιγμή μπορούσα να ελέγξω), άφησε την αφίσα στη μπάρα κι όσο αθόρυβα ήρθε το ίδιο αθόρυβα έφυγε.. Κι έμεινα εγώ να χαζεύω την μορφή της να απομακρύνεται, μέχρι που χάθηκε μες στο πλήθος..

Τελείωσα το ποτό μου, άφησα τα λεφτά στον πάγκο και με την αφίσα φυλακισμένη ανάμεσα στα χέρια μου γύρισα σπίτι.. Το call of duty δεν είχε μετακινηθεί απ'την οθόνη του τετραπύρηνου υπολογιστή μου.. Δίχως να πειράξω το παραμικρό έπεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι.. Παραδομένος στη θύμησή της και στη σιωπή κάρφωνα με το βλέμμα μου το ταβάνι περιμένοντας απ'αυτό μια κάποια λύση.. Αυτή όμως δεν ήρθε ποτέ..

Είχα αποκοιμηθεί δίχως να το καταλάβω.. Ξύπνησα, κοίταξα το ρολόι.. Είχα αργήσει.. Ντύθηκα βιαστικά, πήγα στη δουλειά, όπου ο διευθυντής μου με περίμενε με έναν φάκελο στο ένα του χέρι, με τα λεφτά της αποζημίωσής μου στο εσωτερικό του, και με το δάχτυλό του άλλου χεριού του να σημαδεύει την πόρτα εξόδου.. Νιώθοντας να έχω ελαφρύνει λίγο, μιας και η δουλειά μου ένιωθα πως είχε προλάβει να καταδυναστεύσει το πνεύμα μου από καιρό, περπάτησα στους δρόμους της πόλης, κενός από σκέψεις, δίχως συγκεκριμένο προορισμό.. Μετά από έναν μεγάλο κύκλο τα βήματα μου με οδήγησαν στην πόρτα του σπιτιού μου.. Ανέβηκα δυο ορόφους απ'τα σκαλιά.. Κατούρησα κι έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου.. Άφησα τον τετραπύρηνο καινούριο υπολογιστή μου να παίζει το "babe i'm gonna leave you" και ξάπλωσα πάλι.. Δίπλα μου ακριβώς ήταν η αφίσα.. Την ξετύλιξα προσεχτικά, σχεδόν τελετουργικά.. Ήταν ο Morisson αυτός που με κάρφωνε με το βλέμμα του.. Το πλαστικοποιημένο χαρτί είχε ποτίσει με το άρωμά της.. Ήταν μέσα σε αυτή την αφίσα.. Η ίδια ήταν η αφίσα.. Γύρισα το πλαστικοποιημένο κομμάτι χαρτί απ'την πίσω μεριά.. Αναγνώρισα το γραφικό της χαρακτήρα..
"Σε αγαπάω πολύ.."
Έλυσα τα μαλλιά μου.. Έκλεισα τα μάτια μου.. Δεν είδα ούτε ένα όνειρο.. Όταν ξύπνησα το λαστιχάκι της, είχε κοπεί..