Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Άναρχες σκέψεις των 2.30

Η οργή μου μεγαλώνει.. Τελευταία δε γράφω παρά για κόσμους άλλους.. Για κόσμους που ίσως έχουν στοιχεία απ'αυτού του σάπιου του δικού μας, όμως είναι διαφορετικοί, είναι αλλιώτικοι.. Κάποιες φορές μαγικοί.. Η οργή μου όμως δε λέει ούτε έτσι να κατευνάσει.. Μια βόλτα στην πρωτεύουσα ήταν υπεραρκετή για να με κάνει και πάλι να αρχίσω να γράφω δίχως δομές, λόγια ανάλαφρα, γλυκανάλατα ή ίσως και όμορφα.. Και δεν μπορώ να μην επιστρέψω πάλι στον V (ίσως τελικά έπρεπε να επιλέξω ένα άλλο πιο βεντετικό όνομα..) και στα λόγια του "Μπορεί ο διάλογος να αντικαταστάθηκε απ' το κλομπ αλλά οι λέξεις θα διατηρούν τη δύναμη του. Οι λέξεις μεταφέρουν νοήματα και για όσους ακούν την αλήθεια!"

Έτσι, σκέφτηκα να δοκιμάσω κι εγώ να χρησιμοποιήσω τη δύναμη των λέξεων, μήπως κι έτσι καταφέρω να πω τις δικές μου "αλήθειες".. Δεν γνωρίζω κατά πόσο είναι δυνατό να μένει κανείς αντικειμενικός και να βλέπει τα όσα συμβαίνουν γύρω του.. από ψηλά! Όπως ένας παρατηρητής που απλά αφήνει τη ματιά του να πέφτει πάνω στα γεγονότα δίχως αυτά να τον επηρεάζουν στο ελάχιστο! ΔΕΝ είναι έτσι! Και δεν είναι γιατί όλοι μας αποτελούμε μέρος αυτής της κοινωνίας! Κομμάτι της! Έτσι, η κρίση μου δεν μπορεί να είναι αντικειμενική! Ούτε να μην χαρακτηρίζεται από συναισθηματισμούς - όλοι έχουμε έναν κοινωνικό περίγυρο, μια ταμπέλα, κάτι που θολώνει την αντικειμενικότητά μας - !
Δεν μπορώ να με ελέγχω!
Η οργή μου είναι αυτή που δεν μπορώ να ελέγχω! Κι αυτό γιατί η λατρεμένη μας "σοσιαλιστική" κυβέρνηση, αποφάσισε πως η λύση για τη διαφυγή της χώρας από το οικονομικό αδιέξοδο αποτελεί μονόδρομο! Κι αυτό - πάντα σοσιαλιστικά! - από μόνη της! Δίχως να ρωτήσει απολύτως κανέναν (γιατί να το κάνει άλλωστε όταν μόλις λίγους μήνες πριν είχε τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών - εμάς δηλαδή, ας μην κρυβόμαστε - με το μέρος της;)! Όλα εν μία νυκτί! Η (παν)αξιωματική αντιπολίτευση δε θα μπορούσε να κρατήσει θετικότερη στάση απέναντι στα "απαραίτητα" οικονομικά μέτρα στα οποία προέβη η τονίζω "σοσιαλιστική" μας κυβέρνηση, μιας και το μόνο που δεν έκανε ήταν να τα υπερψηφίσει (για ποιο λόγο να το κάνει άλλωστε και να επωμιστεί κι αυτή το μετ' έπειτα πολιτικό κόστος μιας και με τη δική μας στήριξη το ΠΑΣΟΚ είναι σε θέση να περνά οτιδήποτε θελήσει - είτε το ίδιο είτε κάποιοι κύριοι πολυεθνικών ή χωρών-δυνάμεων που κινούνται αθόρυβα στο παρασκήνιο αυτής της παρωδίας κράτους - οποτεδήποτε το θελήσει! Το "επαναστατικό" ΚΚΕ από την άλλη, δε θα μπορούσε παρά να κατηγορεί όποιον δεν βρίσκεται στις γραμμές του για προβοκάτσια και αν και για ακόμα μια φορά απέδειξε σε πόσο εξαιρετική κατάσταση βρίσκονται τα αντανακλαστικά του (μιας και η παρέμβαση του ήταν αμεσότατη και ο μηχανισμός του λειτούργησε - ως συνήθως....(;) - στην εν τέλεια...) το μόνο αποτέλεσμα της δράσης του δε φαίνεται να είναι παρά η εξακολούθηση της αναμονής για την πολυπόθητη "κομμουνιστική κοινωνία"...! Ο ΛΑ.Ο.Σ, για ακόμα μια φορά, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, πασχίζοντας για το καλό του "έθνους" και βάζοντας "πλάτες" στην πολιτική του ΠΑΣΟΚ, προσπάθησε αν μη τι άλλο αξιόλογα(!!) να μας καταδείξει την πολιτική ταύτιση της "σοσιαλιστικής" μας κυβέρνησης με την ακροδεξιά, στον αγώνα για το δίκιο του ανυπεράσπιστου βιομηχάνου! Στη συνέχεια, ο λατρεμένος μας ΣΥΡΙΖΑ (μιας κι αυτός έχει γίνει κάτι περισσότερο απ'το αγαπημένο μου T-shirt...) μετά την ανάδειξη της ομορφότερης εικόνας που πρόβαλε η Αθήνα, με τις 200.000 και πλέον κόσμου της να κατακλύζει τους δρόμους της, τα τελευταία 30 χρόνια, θυμήθηκε πως είναι ώρα πια να λύσει τα εσωτερικά του (έστω κι αν αυτά περιορίζονται, υποτίθεται, στα εσωτερικά μιας εκ των συνιστωσών - ΣΥΝ) που αναρωτιέμαι πόσο τυχαίο γεγονός αποτελεί πια! Μιας κι ας μην ξεχνάμε πως και πριν δυο χρόνια, όταν και πάλι ο κόσμος είχε γεμίσει δρόμους και πλατείες, ο ΣΥΡΙΖΑ και πάλι τότε είχε αποπειραθεί να λύσει (ανεπιτυχώς...) τις διαφορές του! Και τώρα, ένα συμβούλιο πολιτικών αρχηγών και η συμμετοχή ή όχι σε αυτό ήταν αρκετή για το απόλυτο χάος σε ολόκληρο το μόρφωμα - επιχείρημα (ας μην ξεχνάμε πως ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ο ΣΥΝ) της ενιαίας αριστεράς (η οποία - και πάλι (;) - αυτό που είχε να προτείνει ήταν δημοψήφισμα...) Το μόνο που κατάφερε κι αυτός με τη σειρά του λοιπόν δεν ήταν παρά να μειώσει κι άλλο την αξία της πολυπληθέστερης πορείας που έλαβε χώρα επί ελληνικού εδάφους στη σύγχρονη ιστορία.. Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά απ'την άλλη, βρήκε το πάτημα που έψαχνε ώστε να "χωθεί" στο "σύμμαχο" ΣΥΡΙΖΑ (ήρεμα ΕΑΑΚ-ήτες μια άποψη λέω μόνο.. ) κι εν όψη φοιτητικών εκλογών να καρπωθούν στο μέγιστο βαθμό οποιοδήποτε "ατόπημα" του πέφτοντας έτσι σε αριστερισμούς αστείους για κάθε άνθρωπο που σέβεται τις διάφορες ιδεολογίες που ανήκουν (πόσες άπειρες ταμπέλες έχω χρησιμοποιήσει!!) στον γενικότερο χώρο της Αριστεράς! Τέλος, ο ξακουσμένος αυτές τις μέρες, αναρχικός χώρος, ο μόνος κατά την άποψή μου πάντα, αυτόνομος (θέλω να πιστεύω) κι "αμόλυντος" χώρος που έχει απομείνει στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, δεν κατάφερε να γλυτώσει τη ρετσινιά (μιας και οι περιφρουρήσεις του ήταν όσο το δυνατόν οργανωμένες κι απροσπέλαστες - πριν τα χημικά προφανώς) των "μπαχαλάκηδων" που κατάφεραν να σπιλώσουν μια μεγαλοπρεπή πορεία σαν αυτή της 5ης Μαΐου, εξυπηρετώντας έτσι πολιτικές των από πάνω, τρομοκρατώντας τον κόσμο, κάνοντας τον έτσι διστακτικό στο να κατέβει στο δρόμο (βέβαια οι δυνάμεις καταστολής έχουν κι αυτές έναν ρόλο εδώ..) και πηγαίνοντας έτσι το κίνημα δεκαετίες πίσω (αγαπημένο μου τσιτάτο!)
Σε καμία περίπτωση δεν είμαι εγώ αυτός που θα υπερασπιστεί την άποψη πως η ρήξη μπορεί να έρθει δίχως βία! Όποιο ιστορικό παράδειγμα και να πάρει κανείς, θα συνειδητοποιήσει πως ανατροπή δίχως βία δεν υφίσταται! Χαρακτηριστικότερο όλων αυτό της Ουγγρικής Επανάστασης όπου 60 χρόνια μόλις πριν, όταν στην τότε Σταλινική - "κομμουνιστική" Ουγγαρία, ο λαός διεκδίκησε τη "φασιστική" για την τότε "κομμουνιστική" ηγεσία της χώρας, ελευθερία λόγου! Και απέναντί του βρήκε τις σφαίρες του ουγγρικού στρατού αρχικά, και στη συνέχεια τα σοβιετικά άρματα μάχης! Όχι δεν είμαι κανένας ονειροπόλος (όχι απόψε τουλάχιστον) που να ελπίζει σε μια ειρηνική συμφιλίωση κεφαλαίου(εξουσίας) - μαζών! Όμως δεν έχω ούτε άλλου τύπου ψευδαισθήσεις! Δεν θεωρώ πως η κοινωνία, μέλος της οποίας είμαι κι εγώ (και δεν μεταβιβάζω στιγμή τις ευθύνες μου σε άλλους!) είναι έτοιμη να διεκδικήσει μια κομμουνιστική κοινωνία, μήτε μιαν αναρχική, ούτε καν μια αταξική κοινωνία! Όταν δεν μπορούμε να φωνάξουμε για τα κεκτημένα μας και βγαίνουμε στους δρόμους μόνο όταν πλέον δεν έχουμε να καλύψουμε βασικές μας ανάγκες, είναι προφανές πως δε διαθέτουμε το πολιτικό υπόβαθρο για μια τέτοια σύγκρουση με το κατεστημένο! Επομένως αγαπητοί μπάχαλοι, δε βλέπω το λόγο για τον οποίο κάψατε τρεις συμπολίτες μας! Δεν ήταν ο Βγενόπουλος, δεν ήταν ο Παπανδρέου.. Ήταν τρεις από μας.. Κι αν το έργο σας δεν ήταν κατευθυνόμενο κι όλο αυτό δεν ήταν σκηνοθετημένο (κάτι που ο κακεντρεχής λογισμός μου αναρωτιέται αλλά το αρρωστημένο μου μυαλό αρνείται πεισματικά να πιστέψει!) τότε είστε ακόμα χειρότεροι δολοφόνοι απ' αυτούς που κάποιοι θα πλήρωναν για να επιτελέσουν το έργο σας, γιατί δεν αφαιρέσατε τη ζωή από τρεις ψυχές, δε θα υποφέρουν μόνο οι τρεις τους οικογένειες. αλλά αυτές 10 εκατομμυρίων ελλήνων που δε θα πεθαίνουν μία, αλλά 365 φορές το χρόνο! Μιας και πλέον θα ΦΟΒΟΎΝΤΑΙ να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο! Κάτι διαφορετικό..

Όλα αυτά θα μπορούσε κανείς να πει πως δεν αποτελούν ακόμα μια κριτική, καλή, κακή δεν έχει σημασία, κριτική... Δίχως να αποσκοπούν κάπου ή να έχουν αν αντιπροτείνουν κάτι.. Όμως δεν είναι έτσι! Όταν αναιρείς κάτι αναγνωρίζεις πως αυτό δε σου κάνει! Και ναι λοιπόν, δε μου κάνει άλλο πια αυτή η σάπια πολιτική τους! Και έχω να αντιπροτείνω κάτι, τη φωνή μου! Τις φωνές μας! Τα χέρια μας! Τα πνεύματά μας! Η μια άποψη δε θα μπορούσε να είναι άλλη απ'το ότι έχουμε σαπίσει κι εμείς οι ίδιοι, μες στον οχετό στον οποίο ζούμε.. Σήμερα, κηδεύτηκε ένα παιδί - ούτε 29 δεν ήταν.. Έφυγε από υπερβολική δόση.. Θα πει κανείς πως τέτοια συμβαίνουν όλη την ώρα, μια βόλτα στο κέντρο και θα δεις δεκάδες ίδιες ιστορίες καθημερινά.. Όμως εγώ λέω γι'αυτή την ιστορία! Γιατί αυτόν ήξερα.. Λίγο.. Ίσως και καθόλου! Όμως ήμουν εκεί όταν η πομπή που τον συνόδευε κατευθυνόταν προς την εκκλησία.. Ήμουν εκεί να κοιτάζω σα χάνος τη συρροή όλων αυτών, των δήθεν "δικών του ανθρώπων" που μαζεύτηκαν να τον αποχαιρετήσουν.. Έμποροι ναρκωτικών κάποιοι (φονιάδες παιδιών σαν αυτό), αιώνια πρεζάκια που ευχαριστούσαν για την τύχη τους το θεό - υπάρχει θεός κι είναι στη βροχή.. είναι η ευτυχία! η απόλυτη ευτυχία που νιώθεις όταν οι σταγόνες της σκαν απαλά στη διψασμένη σου σάρκα.. η ευτυχία που δεν μπορείς να περιγράψεις και νομίζεις πως κανείς άλλος δεν έχει νιώσει.. και γίνεσαι εσύ θεός.. για στιγμές.. - επιχειρηματίες που με το ένα τους μάτι παρακολουθούν τη λειτουργία και με το άλλο την κίνηση στον κεντρικό δρόμο της αγοράς μήπως και τσιμπήσουν πελάτη, να κάνουν σεφτέ.. Ένας ένας μαζεύονταν δίχως να είναι σίγουροι για το γιατί.. Κι εγώ από τα 30 μέτρα ασφαλείας μου, τους κοίταζα.. Και σε άλλους έβλεπα την αδιαφορία, σε άλλους τη βιασύνη να δείξουν πως πήγαν (κοινωνικές υποχρεώσεις βλέπεις..), πως εμφανίστηκαν, λες κι είναι κοινωνικό event, σε άλλους τη (σχεδόν..) χαρά που στους δρόμους "μας" θα κυκλοφορεί ένα πρεζόνι λιγότερο και σε άλλους, σε άλλους το φόβο, μήπως όταν έρθει η δική τους ώρα γι' αυτή την κάθε φορά ίδια διαδρομή είναι μόνοι τους.. Χωρίς κάποιον να θρηνεί γι αυτούς.. Χωρίς να ξέρουν πως θα λείψουν σε κάποιον.. Κι εγώ στεκόμουν εκεί.. Απ'τα 30 μέτρα.. Και τα έβλεπα όλα! Κι αδυνατούσα ο δειλός να τρέξω να φωνάξω να κάνω κάτι.. Σκέφτηκα πως δεν έχει νόημα.. Πως ο κόσμος δεν αλλάζει - το έλεγε και στο ραδιόφωνο "νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί" - Σκέφτηκα πως θέλω να ξεφύγω απ'αυτόν τον κόσμο.. Πως; Αλκοόλ; Μα το είχα δοκιμάσει! Αναποτελεσματικό κι ακριβό! Ίσως χόρτο.. Μπαα.. Ποιο το νόημα; Ναρκωτικά! Ναι! Γιατί όχι; Αφού δε μπορώ να ζω στην κοινωνία που θέλω, γιατί να μην χάνομαι στη φανταστική μου κοινωνία; Όμως τότε, (και να που υπάρχει και η άλλη άποψη, όπου τελικά δεν έχουμε σαπίσει απαραίτητα όλοι μας..) δε θα αργήσω να βρεθώ εγώ στη θέση του 29χρονου συγχωριανού μου - συνανθρώπου μου.. Θα πεθάνω κι εγώ και σε μια ίδια κακοανεβασμένη παράσταση ανθρώπινου πόνου και δυστυχίας η μάνα μου θα κλαίει στην κεφαλή της πομπής και θα αναρωτιέται "ΓΙΑΤΊ;", την ώρα που ο πατέρας μου θα τη στηρίζει ενώ τα κατακόκκινα μάτια του θα έχουν θολώσει όσο κι η σκέψη του.. Γι' αυτό λοιπόν εγώ θα φωνάξω! Θα κραυγάζω μέχρι να μην έχω πνοή μέσα μου! Γιατί δε θέλω να ζω σε μια ¨φανταστική" κοινωνία! Γιατί θέλω να ΖΩ! ΕΔΩ! Στην κοινωνία των ονείρων μου την οποία κάνω πραγματικότητα!


ΥΓ. Αυτές οι γραμμές άρχισαν να γράφονται 24 ώρες πριν.. Ένας γκιόνης με διέκοψε και όπως πάντα
ήταν η αιτία να οδηγηθούν αλλού... Δεν γίνεται παρά αυτό το κείμενο να είναι γι' αυτόν..

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

"Παραμύθι με λυπημένο τέλος"

"Κι εγώ όπως πολλοί από εσάς εκτιμώ την καθημερινότητά μας.. Την ασφάλεια των οικείων πραγμάτων, την ηρεμία της ρουτίνας.. Τα απολαμβάνω όσο κι εσείς..."

Με αυτά τα λόγια επιλέγει ο V να αρχίσει την "κουβέντα" του με τον κόσμο... Τονίζοντας την αξία της καθημερινότητας.. Κι είναι όντως σπουδαίο πράγμα να γυρίζεις απ'τη δουλειά σου, να τρως ένα πιάτο φαΐ και στη συνέχεια να μπορείς να χαζέψεις μπροστά απ'την τηλεόραση 32 ιντσών, που κατάφερες να πάρεις απ'το μισθό που μάζευες εδώ και τρεις, τέσσερις μήνες, να πας μια βόλτα με το 2000 κυβικών αυτοκίνητό σου, που θα χρωστάς για μια δεκαετία ή ακόμα κάποιο σαββατόβραδο να πας να τα σπάσεις στα μπουζούκια, καταθέτοντας εκεί το μισό σου μηνιάτικο, αδυνατώντας έτσι να έχεις οποιαδήποτε άλλη μορφή διασκέδασης για το υπόλοιπο του μήνα σου! Τι γίνεται όμως όταν αυτή σου η καθημερινότητα, η τόσο πολύτιμη κι εύθραυστη ρουτίνα σου, διαταραχθεί...;

17 Οκτ 2034

Χθες βράδυ, τελείωσα στην ώρα μου τη δουλειά - το αφεντικό ήταν αρκετά καλό μιας και του έκανα είσπραξη 500Ε κι είπε να με αφήσει στην ώρα μου! - γύρισα σπίτι μου, τσίμπησα απ'το απαίσιο τριών ημερών κοτόπουλο που είχε μείνει στο ψυγείο μου (άγευστο κι αυτό σαν τις ώρες που περνάω στη δουλειά..) κι έκατσα να χαλαρώσω μπροστά στον ολοκαίνουργο υπολογιστή μου! Τετραπύρηνος, φυσικά με τα seven ήδη περασμένα κι όλα τα απαραίτητα ώστε να τρέχει το τελευταίο call of duty στις μέγιστες δυνατές επιδόσεις του! Μετά από αρκετές αποστολές κι ενώ ο ίδιος είχα βρεθεί πολύ μακριά απ'τους τέσσερις τοίχους που με περιστοιχίζουν, χτύπησε το κινητό μου (i-phone, που όμως είχα ξεχάσει τον ήχο κλήσης μιας και είχε κάτι μέρες να χτυπήσει...)! Κι επειδή όπως υποστηρίζει κι ο Jonathan Littell "το παρελθόν είναι σαν ένα αρπαχτικό που, αν χώσει τα δόντια του στη σάρκα σου, δεν μπορείς να του ξεφύγεις" το παρελθόν μου κατάφερε να διαταράξει τόσο πολύ τη μιζέρια - καθημερινότητά μου που σήμερα ίσως να την αναζητώ, χαμένη πια σε κάποιο σοκάκι του μυαλού μου...

Η ώρα πρέπει να ήταν περασμένες δύο.. Απ'τη χαρά που μου προξένησε ο ήχος του κινητού το σήκωσα δίχως καν να προσέξω ποιος ήταν αυτός που με περίμενε στην άλλη άκρη της γραμμής (ο όρος "τηλεφωνική γραμμή" ανέκαθεν μου προκαλούσε μια κάποια γοητεία, δεν είμαι σίγουρος γιατί, αλλά ίσως να ήταν η ιδέα της ένωσης δύο σημείων - όπου σημεία δεν αποτελούσαν παρά οι δυο συνομιλητές - με τον έναν και μοναδικό τρόπο που τους επιτρέπει να έρθουν σε επαφή..) "Παρακαλώ;".. Άκουσα τη φωνή της.. Άρχισα να ζαλίζομαι.. Για κάποιες στιγμές - αιώνες έμεινα βουβός, ίσως κι ακίνητος, δεν είμαι σίγουρος. Όταν κατάφερα να μαζέψω τις σκέψεις μου ("είναι δυνατόν να είναι αυτή", "τι να θέλει; και μάλιστα τέτοια ώρα..", "λες να της συνέβη τίποτε;") άκουσα την σα κρύσταλλο καθαρή φωνή της να μου λέει, τραγουδιστά μου φαινόταν, πως ήταν στη πόλη κι ήθελε να με δει.. Είχε μια αφίσα μου λέει και νόμιζε πως έπρεπε να μου την επιστρέψει, ήξερε πόσο πολύ το λάτρευα αυτό το κομμάτι πλαστικοποιημένου χαρτιού.. Θα έφευγε την επόμενη, χαράματα κιόλας.. Δώσαμε ραντεβού σε 30' σε ένα μαγαζί λίγο κάτω απ'το σπίτι μου.. Δεν της είχα προτείνει να έρθει από δω..

Σε 10' ήμουν έτοιμος.. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου (ένα σπυράκι που είχε κάνει την εμφάνισή του λίγες μέρες πριν, εκτόξευσε το αηδιαστικό περιεχόμενό του στον καθρέφτη που βρισκόταν πάνω απ'το μικρό νιπτήρα), μάζεψα πρόχειρα τα μαλλιά μου μ'ένα μαύρο λαστιχάκι (λίγες ώρες μετά θα συνειδητοποιούσα πως ήταν αυτό που είχε γίνει η αιτία να την γνωρίσω, όταν ένα βράδυ κάποιου Ιούνη το κεφάλι μου είχε πάρει φωτιά απ'την αφόρητη ζέστη της Αθήνας κι ενώ κανείς μας δεν είχε ένα επιπλέον, ήταν η πρώτη που είδα μόλις σήκωσα το κεφάλι μου με το βλέμμα μου προς το πλήθος' με κοίταζε με τα πλημμυρισμένα από φλόγα μάτια της - σίγουρα είχε πιει ένα, δυο ποτά παραπάνω - κι όταν την πλησίασα, αφού τίναξε τα μακριά, στο χρώμα του ήλιου μαλλιά της, έτεινε το χέρι της λες κι ήξερε από πριν τι θα της ζητούσα.. Λες κι ήξερε από πριν τι θα ακολουθούσε..), έβαλα πάνω μου ένα μπλε τζιν κι ένα παλιό μπλουζάκι των Zeppelin, τα αθλητικά μου και, αυτό το κομμάτι όσο και να προσπαθώ δε μπορώ να το ανασύρω απ'τη μνήμη μου, βρέθηκα στο κακοφωτισμένο στενό με τα ξεχαρβαλωμένα παγκάκια και τα φύλλα των πλάτανων σκορπισμένα ανάμεσα στα πόδια τους, με τους παλμούς της καρδιάς μου να έχουν ξεπεράσει από ώρα τους 120..

Αποφάσισα να την περιμένω στο μπαράκι της γωνίας μιας και δεν είχε περάσει τέταρτο απ'την ώρα που άκουσα τον απαίσιο ήχο του τερματισμού μιας κλήσης.. Έκατσα στη μπάρα παρήγγειλα μια τεκίλα για μένα και μια βότκα γι'αυτήν (θα έχανα τα λογικά μου αν είχε αλλάξει ακόμα και το ποτό της..) Χαμένος στις σκέψεις και βυθισμένος στο ποτό μου σήκωσα το κεφάλι μου, σαν μπαίνοντας να έφερνε μαζί της τα χαμένη μου όρεξη για ζωή, και την είδα να έρχεται, με το πάντα ανάλαφρο περπάτημά της και τα λυμένα της μαλλιά να κυματίζουν στο ρυθμό των βημάτων της..Για μια στιγμή κοντοστάθηκε λίγα μέτρα μακριά μου σα να θελε να με ελέγξει με ένα της βλέμμα.. Με πλησίασε με γρήγορες κοφτές κινήσεις, σταμάτησε μπροστά μου, έδεσε τα χέρια χαμηλά πίσω απ'την πλάτη της κι άρχισε να λικνίζεται κάνοντας το μακρύ της φόρεμα να φουσκώνει και να μοιάζει με καμπάνα.. Ψέλλισα ένα γεια την ώρα που έπαιρνε ένα σκαμπό και καθόταν δίπλα μου ενώ το άρωμά της είχε πλημμυρίσει τη σκέψη μου, είχε γκρεμίσει κάθε αμυντικό μου μηχανισμό κι ήμουν έτοιμος να παραδοθώ άνευ όρων στην απεραντοσύνη της γοητείας της, δίχως αυτή να έχει προφέρει μια λέξη.. Τύλιξε το ποτήρι με τα μακριά της δάχτυλα κι άρχισε να αδειάζει με μικρές, αραιές γουλιές το περιεχόμενό του.. Ακόμα να πει μια κουβέντα.. Σα να είχε χαθεί στις σκέψεις της, σα να ήταν σε έναν δικό της κόσμο, μακρινό, αποκομμένο απ'αυτόν εδώ, είχε αφήσει τη μουσική να έχει τον απόλυτο έλεγχο της και κουνούσε τον κορμό της κατά πως οι νότες την πρόσταζαν.. Τα λεπτά περνούσαν, η ώρα που θα έπρεπε να φύγει πλησίαζε κι αυτή δεν είχε βγάλει μιλιά.. Το ποτό της άδειαζε, ροδίζοντας το κάτασπρο μέχρι τότε πρόσωπό της.. Κι όταν αυτό έσβησε, σηκώθηκε, τίναξε ακόμα μια φορά τα μαλλιά της ( και τότε ένιωσα το άρωμά της να τρυπάει το μυαλό μου και να διαπερνά όλο μου το σώμα προκαλώντας ρίγη σε κάθε σημείο του που εκείνη τη στιγμή μπορούσα να ελέγξω), άφησε την αφίσα στη μπάρα κι όσο αθόρυβα ήρθε το ίδιο αθόρυβα έφυγε.. Κι έμεινα εγώ να χαζεύω την μορφή της να απομακρύνεται, μέχρι που χάθηκε μες στο πλήθος..

Τελείωσα το ποτό μου, άφησα τα λεφτά στον πάγκο και με την αφίσα φυλακισμένη ανάμεσα στα χέρια μου γύρισα σπίτι.. Το call of duty δεν είχε μετακινηθεί απ'την οθόνη του τετραπύρηνου υπολογιστή μου.. Δίχως να πειράξω το παραμικρό έπεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι.. Παραδομένος στη θύμησή της και στη σιωπή κάρφωνα με το βλέμμα μου το ταβάνι περιμένοντας απ'αυτό μια κάποια λύση.. Αυτή όμως δεν ήρθε ποτέ..

Είχα αποκοιμηθεί δίχως να το καταλάβω.. Ξύπνησα, κοίταξα το ρολόι.. Είχα αργήσει.. Ντύθηκα βιαστικά, πήγα στη δουλειά, όπου ο διευθυντής μου με περίμενε με έναν φάκελο στο ένα του χέρι, με τα λεφτά της αποζημίωσής μου στο εσωτερικό του, και με το δάχτυλό του άλλου χεριού του να σημαδεύει την πόρτα εξόδου.. Νιώθοντας να έχω ελαφρύνει λίγο, μιας και η δουλειά μου ένιωθα πως είχε προλάβει να καταδυναστεύσει το πνεύμα μου από καιρό, περπάτησα στους δρόμους της πόλης, κενός από σκέψεις, δίχως συγκεκριμένο προορισμό.. Μετά από έναν μεγάλο κύκλο τα βήματα μου με οδήγησαν στην πόρτα του σπιτιού μου.. Ανέβηκα δυο ορόφους απ'τα σκαλιά.. Κατούρησα κι έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου.. Άφησα τον τετραπύρηνο καινούριο υπολογιστή μου να παίζει το "babe i'm gonna leave you" και ξάπλωσα πάλι.. Δίπλα μου ακριβώς ήταν η αφίσα.. Την ξετύλιξα προσεχτικά, σχεδόν τελετουργικά.. Ήταν ο Morisson αυτός που με κάρφωνε με το βλέμμα του.. Το πλαστικοποιημένο χαρτί είχε ποτίσει με το άρωμά της.. Ήταν μέσα σε αυτή την αφίσα.. Η ίδια ήταν η αφίσα.. Γύρισα το πλαστικοποιημένο κομμάτι χαρτί απ'την πίσω μεριά.. Αναγνώρισα το γραφικό της χαρακτήρα..
"Σε αγαπάω πολύ.."
Έλυσα τα μαλλιά μου.. Έκλεισα τα μάτια μου.. Δεν είδα ούτε ένα όνειρο.. Όταν ξύπνησα το λαστιχάκι της, είχε κοπεί..

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

"Αόρατος" άνθρωπος...

Για έναν αππππίστευτο ελέφαντα
που θέλει ν' αλλάξει τον κόσμο..




Κοίταζε το κινητό του... Δεν χτυπούσε!
Έλεγχε τα mail του.. Δεν είχε κανένα!
Έμπαινε στο msn.. Κανείς δε του μιλούσε!
Στον τηέφωνητή του.. Πάλι σιωπή..
Κι ο χρόνος κυλούσε.. Άηχα, άτονα, άρυθμα..
Όλο και πιο αργά, κι όλο πιο αργά..
Μέχρι που πάγωσε..

Κινούταν στο χώρο μόνος αυτός, κι όλα
γύρω του είχαν μείνει όπως δευτερόλπετα πριν..
Περπάτησε ανάμεσα στα έπιπλα, πρόσεξε μια φυσαλίδα
που το χρυσόψαρό του είχε αφήσει κι η οποία φάνταζε
πως θα έμενε για πάντα παγιδευμένη στο νερό και δε θα
έφτανε ποτέ στην επιφάνεια του.. Προσπέρασε μια στίβα
άπλυτα και σταμάτησε να κοιτάζει τον κούκο του..
Ήταν μεσάνυχτα κι όμως ο κούκος του είχε προλάβει να σφυρίξει
μόνο έξι φορές.. Συνέχισε.. Βγήκε στο μπαλκόνι..
Η πόλη έμοιαζε να έχει χωρέσει σε μια φωτογραφία..
Ένιωσε τα χέρια του να ιδρώνουν,
το αίμα του να πιέζει τα μελύγγια του
κι οι φλέβες στο λαιμό του να αρχίζουν να γίνονται διακριτές..
Η σιωπή τον τρόμαζε, τον ωθούσε στα όριά του..
Και τότε...
Τότε φώναξε!
Με όση δύναμη έκρυβε μέσα του! Με όλη του τη ψυχή!
Κι ήταν ένα μακρόσυρτο "ααα" που βγήκε από μέσα του..
Μια κραυγή που περιείχε όλη του την οργή, τη μανία, τη θλήψη του...

Κι όλα γύρω του άρχισαν να τρέχουν και πάλι..
Η φυσαλίδα διαλύθηκε..
Ο κούκος ολκλήρωσε το έργο του..
Κι ήταν τότε που στ' αυτιά του έφτασε ένα άλλο "ααα"...
Το ίδιο μακρόσυρτο, το ίδιο απεγνωσμένο..
Δεν ερχόταν από πολύ μακριά..

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Μια φορά κι έναν καιρό..

Αν με ρωτήσετε τι είναι ένα blog δε θα σας πω τίποτα διαφορετικό απ’ ότι υποθέτω θα σας έλεγε ο οποιοσδήποτε.. Ένας χώρος απ’ αυτούς τους αναρίθμητους του διαδίκτυο, όπου δίνεται στον καθένα μας η ευκαιρία να αναπτύξει τις απόψεις – σκέψεις του και κυρίως, να τις γνωστοποιήσει! Να τις φέρει σε επαφή με τον έξω κόσμο, να ακούσει άλλες καθώς και κριτικές στις δικές του κι έτσι μεταλλάσσοντας, να μεταλλαχθεί κι ο ίδιος.. Απόψε όμως σκέφτηκα πως δε θέλω να καταθέσω τις αποψάρες μου γύρω απ’ όσα συμβαίνουν αυτή την περίοδο σε αυτό το γεωγραφικό χώρο που μας έμαθαν να αποκαλούμε «πατρίδα»! Απόψε σκέφτηκα να σας πω ένα παραμύθι! Κι όπως όλα τα παραμύθια έτσι κι αυτό έχει μια εισαγωγή, τις γραμμές που διαβάζετε τώρα - κι αν σε αντίθεση με ότι πιθανόν να περιμένατε από μια τέτοια "έκδοση", δε μαθαίνετε κάτι για το λόγο που γράφτηκε αυτή η ιστορία ή κάτι για τον συγγραφέα της, αλλά αντιμετωπίζετε λέξεις σε σειρά που προσπαθούν να σας πείσουν να φτάσετε μέχρι το τέλος αυτής της ανάρτησης, είναι διότι πίσω απ’ αυτό που φτάνει στις οθόνες σας δεν κρύβεται κάποιος εκδοτικός οίκος! Δεν έχει αλλοιωθεί στο παραμικρό και δεν έχει υποστεί κανένα διαφημιστικό τρικ ώστε να σας κεντρίζει! Είναι ατόφιο, είναι χύμα και δεν περιμένω να σας αρέσει! Το δεύτερο απαραίτητο συστατικό ενός παραμυθιού όμως, δε νομίζω να μπορώ να τ’ αποφύγω.. Γιατι να το κάνω άλλωστε; Έτσι..




Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια απομονωμένη πόλη της Σεληνοχώρας συνέβη κάτι μοναδικό! Σχεδόν μαγικό, κάτι απ’ αυτά που μόνο στα παραμύθια θα έλεγε κανείς πως γίνονται..

Ήταν ένα όμορφο ηλιόλουστο πρωινό όταν ένας – ένας οι κάτοικοι της μικρής αυτής πόλης της Σεληνοχώρας, σηκώνονταν απ’ τα κρεβάτια τους και συνειδητοποιούσαν πως είχαν χάσει τη λαλιά τους! Μάταια προσπαθούσαν να αρθρώσουν έναν κάποιο φθόγγο. Η φωνή τους είχε δεθεί κόμπος, άνοιγαν το στόμα τους όσο περισσότερο μπορούσαν, ένιωθαν τις φωνητικές τους χορδές να αγωνίζονται να ταλαντωθούν κι όμως κάθε ίχνος φωνής κατέληγε να πνίγεται σ’ ένα βαθύ πηγάδι, τόσο βαθύ που ούτε η Ηχώ δεν κατόρθωνε να φτάσει στο επίπεδο της γης. Αρχικά.. πανικός! Όλοι να τρέχουν μες στα μεγάλα, φτιαγμένα από χρυσό κι άργυρο, σπίτια τους, με δάκρυα στα μάτια τους να τους καιν, αναζητώντας τους «δικούς τους» ανθρώπους, πιστεύοντας οι αφελείς πως μόνο στους ίδιους είχε συμβεί αυτό το αλλοπρόσαλλο γεγονός. Κι όταν μη μπορώντας καν να βλαστημήσουν για το κακό που τους βρήκε μήτε ν’ ακούσουν τους λυγμούς των άλλων, μιας κι αρχικά βλέποντας όλους τους γύρω τους να κλαιν και να οδύρονται θεώρησαν πως εκτός απ’ τη φωνή είχαν χάσει και την ακοή τους, κόντεψαν να χάσουν τα λογικά τους, πως θα ζούσαν τωρα;

Η μέρα προχωρούσε κι ο καθένας τους έπρεπε να πάει στη δουλειά του, κανείς δεν γνώριζε ούτε και θα μπορούσε να υποθέσει πως ολάκερη η πόλη είχε βουβαθεί! Διστακτικά αλλά μην μπορώντας να γίνει κι αλλιώς – μιας κι έπρεπε ο καθείς να πάει στην εργασία του – η πόλη, αν και λίγο καθυστερημένα απ’ ότι συνήθως, άρχισε να επανέρχεται στους ρυθμούς της. Οι δρόμοι άρχισαν να γεμίζουν και πάλι με κόσμο κι αυτοκίνητα που σαν να μην είχε συμβεί τίποτα έτρεχαν μανιωδώς να προλάβουν (τι ακριβώς απορώ κι αν οι ίδιοι ήξεραν) και όλοι, όλοι τους άκουγαν όλα όσα άκουγαν κάθε μέρα και πριν, μη μπορώντας όμως να βγάλουν πλέον άχνα. Τα κορναρίσματα, τα σφυρίχτρα του τροχονόμου, το «ντιν – ντιν» του μετρό καθώς αυτό σταματά και μετά δευτερόλεπτα εξαφανίζεται στο μαύρο του τούνελ που απλώνεται μπροστά του, τον απαίσιο ήχο του κουδουνιού που σ’ ενημερώνει πως το διάλειμμα τελείωσε κι είναι καιρός να επιστρέψεις στη δουλειά σου και πως αρκετά χαζολόγησες! Όλα τα άκουγαν.. Όλα! Κι ακόμα έκαναν όλα όσα έκαναν και πριν. Ξυπνούσαν, πλένονταν, πήγαιναν στη δουλειά τους.. σιωπηλά! Εργάζονταν.. σιωπηλά! Έτρωγαν.. σιωπηλά! Έκαναν έρωτα.. σιωπηλά! Στην αρχή, πώς να το κρύψεις άλλωστε, πανικοβλήθηκαν η αλήθεια είναι! Αλλά πώς να μην; Είναι τρομακτικό να μην μπορείς να προφέρεις ούτε τ’ όνομά σου! Στη συνεχεία κάτι ακόμα πιο περίεργο συνέβη.. Φαίνεται πως τους άρεσε! Τους άρεσε πως πια δε μιλούσαν αλλά σκέφτονταν! Σκέφτονταν και μάλλον άρχισαν να αποκτούν αυτό, να δεις πως το έλεγαν οι παλιοί.. «επικοινωνία»! Ναι, ναι πλέον επικοινωνούσαν! Χρησιμοποιούσαν κάθε μέλος του σώματός τους και τον τελευταίο τους μυ ακόμα, ενώ στα πρόσωπά τους (ακόμα κι αυτό συνέβη εκείνες τις μέρες!) άρχισαν σιγά – σιγά να κάνουν την εμφάνισή τους.. εκφράσεις! Ναι, τους κοίταζες πια και χωρίς μια κουβέντα μπορούσες να αντιληφτείς πότε ήταν χαρούμενοι, θλιμμένοι, ερωτευμένοι ή προδομένοι, πότε σου έλεγαν αλήθεια και πότε ψέματα. Κι οι κάτοικοι της ξεχασμένης πόλης της Σεληνοχώρας άρχισαν να χαμογελούν ξανά! Να ζουν και να χαίρονται τη στιγμή. Σαν ξαφνικά να ανακάλυψαν όλοι μαζί την ομορφιά της ζωής! Κατά βάθος όμως, υπήρχε κατι που δεν γινόταν να μην τους απασχολεί όλους.. Ένιωθαν μισοί.. Ανολοκλήρωτοι μιας κι ένιωθαν την ανάγκη να ουρλιάξουν από ευτυχία, πόνο, θλίψη, ηδονή ή από κάποιο απ’ όλα τα συναισθήματα που ανακάλυπταν πως έκρυβαν μέσα τους, αλλά δεν μπορούσαν. Απέφευγαν ακόμα και να «μιλήσουν» γι’ αυτό – μιας και πλέον μπορούσαν ξανά να έχουν αυτό που οι παλιοί αποκαλούσαν «διάλογο» αλλά μέχρι τότε οι ίδιοι δεν ήξεραν τι σήμαινε – γιατί τους προκαλούσε θλίψη – μιας κι έτσι λέει έλεγαν το συναίσθημα που είχαν συνδέσει μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά.

Ώσπου μια μέρα, εμφανίστηκε στην πόλη, την ξεχασμένη απ’ όλη την υπόλοιπη Σεληνοχώρα, μια νεράιδα.. Κι η νεράιδα ομολόγησε πως αυτή ήταν υπεύθυνη για την κατάστασή τους. Πως εξ’ αιτίας της δεν μπορούσαν όλον αυτόν τον καιρό να μιλήσουν, να τραγουδήσουν, να κλάψουν και το χειρότερο απ’ ‘ότι φάνηκε.. ν’ ακούσουν τις φωνές των δικών τους ανθρώπων.. Απ’ όλα αυτό ήταν που τους είχε λείψει πιότερο! Για τη μάνα το κλάμα του μωρού της, για τον γέρο η «καλημέρα» της γριάς του καθώς αυτή ανοίγει τα παραθυρόφυλλα να πλημμυρίσει ο ήλιος το δωμάτιο φως. Όσο για τον εραστή, μα φυσικά κι η κραυγή της ερωμένης του την ώρα που αυτή παραδίνεται στην ηδονή. Όλοι ήθελαν να της ψάλλουν τα εξ’ αμάξης να τη λιντσάρουν, κάποιοι ακόμα και να της επιτεθούν, οι πιο ψύχραιμοι προσπαθούσαν απεγνωσμένα με νοήματα και κάθε άλλο τρόπο που μπορούσαν να φανταστούν να την παρακαλέσουν να τους επιστρέψει τις φωνές τους. Μέχρι που αυτή τελικά μίλησε.. Κι η φωνή της ήταν απαλή, γλυκιά κι ηχούσε στ’ αυτιά τους σαν άλλη μουσική. Ξαφνικά όλοι ηρέμησαν, «σώπασαν».. «Γιατί θέλετε τις φωνές σας πίσω; Δεν είστε τώρα καλύτερα χωρίς αυτές; Δεν νιώθετε πάλι όσα είχατε ξεχάσει πως υπάρχουν; Ακόμα κι οι σχέσεις σας δε βελτιώθηκαν;» Εκτός απ’ το ότι δε μπορούσαν, δεν είχαν και κάτι να της πουν. Η νεράιδα είχε δίκιο.. «Είστε άνθρωποι όμως» συνέχισε η τελευταία, «και πάντα αναζητάτε το τέλειο! Οι ίδιοι λέτε πως είναι άπιαστο, κι όμως είστε εσείς οι ίδιοι που δεν παύετε στιγμή να το επιδιώκετε! Κι εγώ; Εγώ είμαι μια νεράιδα! Κι έχω στη διάθεσή μου όλα όσα εσείς αναλώνεστε στο να κατακτήσετε! Είμαι τέλεια! Είμαι άφθαρτη! Είμαι εδώ πολύ προτού έρθετε εσείς και θα συνεχίσω να είμαι για γενιές και γενιές μετά τη δική σας! Δεν πεθαίνω.. Δεν μπορώ να πεθάνω γιατί.. είμαι τέλεια!»

Κι η νεράιδα εξαφανίστηκε.. Το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε.. Κι οι κάτοικοι της μικρής ξεχασμένης πόλης της Σεληνοχώρας, είχαν και πάλι τις φωνές τους.. Και γύρισαν πάλι στις δουλειές τους.. Κι η πόλη ήταν πιο βουβή από ποτέ..
Κι αν έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα δεν έμαθε ποτέ κανείς! Ίσως μόνο η νεράιδα...